Υπάρχουν άνθρωποι που κατηγορούν τον Ευαγγέλιο, χωρίς να το έχουν ποτέ καν ανοίξει...

Υπάρχουν άνθρωποι που κατηγορούν τον Ευαγγέλιο, χωρίς να το έχουν ποτέ καν ανοίξει. Απορρίπτουν τον Χριστό, χωρίς καν να Τον έχουν μελετήσει. Αλίμονό τους εν ημέρα Κρίσεως! Αναφέρεται, ότι ένας άπιστος συγγραφέας περπατούσε μια μέρα με τον φίλο του και περνούσαν έξω από μία Εκκλησία. Βλέποντας τον κόσμο να πηγαίνει εκεί για τη Θεία Λειτουργία, ο φίλος του συγγραφέως, του λέγει: - Δεν είναι παράξενο αγαπητέ μου, να υπάρχουν τόσοι άνθρωποι, που εξακολουθούν στον αιώνα μας να πιστεύουν σε αυτόν τον λεγόμενο Χριστό; Δεν θα ήταν καλό να αναλάβεις και να γράψεις ένα βιβλίο, που να αποδεικνύει, ότι το Ευαγγέλιο περιέχει ανοησίες; Ο συγγραφέας βρήκε δελεαστική την ιδέα και άρχισε από την ίδια κιόλας ημέρα να μελετά το Ευαγγέλιο, για να βρει επιχειρήματα εναντίον του Ευαγγελίου. Μάλιστα το ανακοίνωσε και στην γυναίκα του, που ήταν πιστή Χριστιανή. Εκείνη λυπήθηκε για τον έργο που αναλάμβανε και του είπε: - Δεν φτάνει που είσαι άπιστος; Προσπαθείς τώρα την απιστία σου να την μεταφέρεις και σε άλλους και να τους κρεμάσεις στο λαιμό σου... Μη το γράψεις το βιβλίο! Τα λόγια δεν συνέτισαν τον συγγραφέα, αλλά με πολύ ζήλο επιδόθηκε στην μελέτη του Ευαγγελίου. Πέρασε καιρός... Η μελέτη της διδασκαλίας του Ευαγγελίου, έκανε τον συγγραφέα - που κατά βάθος ήταν καλή ψυχή ως φαίνεται - να αλλάξει παραδόξως ιδέες. Άναψε έτσι μέσα του μια φλόγα, άναψε η θεία πίστη. Και μία νύχτα νικημένος προφανώς από τη Χάρη του Ναζωραίου, έπεσε στα γόνατα, προσευχήθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του, ζητώντας συγχώρεση από τον Θεό. Ύστερα ξύπνησε και τη γυναίκα του και της ανήγγειλε τα ευλογημένα νέα. Εκείνη του είπε: - Από την ημέρα που μου είπες, ότι θα έγραφες το βιβλίο αυτό, σου ομολογώ, ότι δεν έπαψα να προσεύχομαι για σένα. Τότε γονάτισαν και οι 2 γεμάτοι από ανεκλάλητη χαρά και δόξασαν τον Θεό. Κατόπιν ο συγγραφέας έγραψε εκείνο το βιβλίο, αλλά ήταν ένας ύμνος στον Ιησού και διαβάστηκε από πολλούς, χτίζοντας αναρίθμητες ψυχές στον Χριστό και στην αιωνιότητα. Δημήτριος Παναγόπουλος Ιεροκήρυκας * * * * * Νομίζω ότι ο σύγχρονος άνθρωπος και ιδιαίτερα ο νέος είναι αναπόφευκτα άθεος. Ιδιαίτερα όσο μπορεί να καμαρώνει για τις δυνατότητές του και να απολαμβάνει την καθημερινότητά του. Στο Θεό μπορεί να απευθυνθεί ο αποτυχημένος, ο ρημαγμένος, ο τελειωμένος. Αυτός που έχει απογοητευθεί από τον εαυτό του. Αυτός που μπορεί ακόμη να εμπιστεύεται τις πεποιθήσεις του δεν μπορεί να με καταλάβει. Ίσως συναντηθούμε κάποτε, νοερά ή οντολογικά. Μετά τη συντριβή. Το λειώσιμο του εαυτού είναι η προϋπόθεση της μεταφυσικής επικοινωνίας. Στην Εκκλησία δεν έχουμε βεβαιότητες, δεν έχουμε γνώσεις, δεν έχουμε δύναμη. Απλά καμιά φορά μέσα από μυστήριες συγκυρίες γίνονται κάποια υπαρξιακά κλικ και βρισκόμαστε μπλεγμένοι με τον Θεό. Δεν επιλέγω ελεύθερα μετά από προβληματισμό να είμαι ορθόδοξος χριστιανός. Είμαι μάλλον αιχμάλωτος της Αγάπης του Χριστού. Δεν μπορώ να ξεφύγω από τη θύμηση της γλυκιάς του Χάρις. Το ξέρω πως μπορεί να κάνω λάθος. Ίσως έχω μπει σε κάποιο παραμύθι. Αλλά τι να κάνω. Ιδού, βρίσκομαι στο πεδίο της έλξης Του. Ως άνθρωπος δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

...τούς μελιρρύτους ποταμούς τῆς σοφίας...

«Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, φανερώνουν όλη την ανέξοδη ευλάβεια, δεν αφήνουν όμως ένα οβολό σ΄ αυτούς που θλίβονται....Ποιο το όφελός τους από την λοιπή αρετή;Διότι δεν τους δέχεται η Βασιλεία των Ουρανών...» ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ «Πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται κανείς τόν ἄνεμο, πού κινεῖται ἀκατάπαυστα, πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται τή γραμμή, πού ἀφήνει πάνω στά νερά ἕνα ποντοπόρο πλοῖο, πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται τ’ ἀπατηλά ὄνειρα μιᾶς νύχτας, πού ἡ ἀπόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιό σίγουρο εἶναι νά ἐμπιστεύεται ὅσα χαράζουν τά παιδιά πάνω στήν ἄμμο, ὅταν παίζουν, παρά τήν ἀνθρώπινη εὐτυχία». ΑΓ.ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ «Μοῦ λένε· Πάλι τα βάζεις μέ τούς πλουσίους; Ἀπαντῶ· πάλι καί σεῖς μέ τούς φτωχούς; Ἐσεῖς δέν χορταίνετε νά κατατρῶτε καί νά καταδαγκώνετε τούς φτωχούς. Ἔτσι κι ἐγώ δέ χορταίνω στήν προσπάθειά μου γιά νά σᾶς διορθώνω...Μοῦ ξαναλένε· συνέχεια ἐσύ θά κολλᾶς στούς πλουσίους; Μά κι ἐσύ συνέχεια κολλᾶς στό φτωχό... Πάντοτε λέω, ὅτι δέν καταφέρομαι ἐναντίον τοῦ πλουσίου, ἀλλά κατά τοῦ ἅρπαγα. Ἄλλο πλούσιος καί ἄλλο ἅρπαγας. Ἄλλο εὔπορος κι ἄλλο πλεονέκτης. Ξεχώριζε τά πράγματα καί μή συγχέεις τά ἀσύγχυτα. Εἶσαι πλούσιος; Δέν σέ ἐμποδίζω. Εἶσαι ἅρπαγας; Σέ κατηγορῶ!» ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Ο Σκοπός της παιδείας κατά τους τρεις Ιεράρχες

Εκείνος που επιχειρεί να μιλήσει για τους Τρεις Ιεράρχες ή να συντάξει μια έκθεση για τη ζωή και το έργο τους βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες δυσκολίες. Όχι, για το τι πρέπει να πει, αλλά για το τι επιτρέπεται να παραλείψει από μια ζωή τόσο υποδειγματική, μια ενεργητικότητα τόσο πολύπλευρη και μια συγγραφική δραστηριότητα τόσο πλούσια, όχι ενός, αλλά τριών ανδρών που αναδείχτηκαν πραγματικοί τιτάνες του πνεύματος και της αρετής. Για τον λόγο αυτό η σημερινή ομιλία, σαν απλό και ταπεινό άρτυμα λόγου, δεν μπορεί παρά να διακοσμήσει σεμνά τη σεπτή τους μνήμη και να επικεντρωθεί στον ρόλο και τον σκοπό της παιδείας κατά τους Τρεις Ιεράρχες. Στο απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών εξυμνούνται οι μεγάλες αυτές μορφές, ως οι μέγιστοι φωστήρες, οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας, που φώτισαν την οικουμένη.Είναι τα φωτεινά παραδείγματα ανθρώπων που ενσάρκωσαν την τελειότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σ’ οποιοδήποτε στάδιο της ζωής τους και αν τους παρακολουθήσουμε, θα ξεχωρίσουμε τον υποδειγματικό τύπο του σπουδαστή, του επιστήμονα, του κοινωνικού εργάτη, του κληρικού, του καταξιωμένου χριστιανού. Σπούδασαν όλες σχεδόν τις επιστήμες της εποχής τους και διέπρεψαν σ’ αυτές. Συνδύαζαν αρμονικά και δημιουργικά την παιδεία με την αρετή. Διακήρυξαν, τόσο με τον προφορικό, όσο και με τον γραπτό τους λόγο, ύψιστες αρχές και αξίες, που ήταν ο καρπός της σύζευξης και εναρμόνισης της αρχαίας ελληνικής σοφίας και της χριστιανικής αλήθειας. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν, βέβαια, πραγματοποιήσει καταπληκτικές για την εποχή τους προόδους στην επιστήμη, τη φιλοσοφία, την τέχνη. Η διανοητική όμως αυτή πρόοδός δε συμβάδιζε πάντοτε με την ανάλογη ηθική τους καλλιέργεια. Οι τρεις Ιεράρχες είχαν συνειδητοποιήσει και διακηρύξει την ανάγκη της παράλληλης διανοητικής μόρφωσης και της ηθικής καλλιέργειας. Σπούδασαν την αρχαία ελληνική παιδεία, γιατί τη θεωρούσαν αστείρευτη πηγή πνευματικού θησαυρού, δε δίστασαν όμως να καταδικάσουν τις υπερβολές και ακρότητες του Ιουλιανού του Παραβάτη, τις σχετικές με την αρχαία ελληνική παιδεία και θρησκεία. Είχαν συνειδητοποιήσει παράλληλα ότι όπου επικρατεί μονομερώς η νόηση, όπου παραβλέπονται και υποβαθμίζονται οι ηθικές αξίες και σαν μοναδική θεότητα λατρεύεται η επιστήμη, η σύγχρονη τεχνολογία και τα υποκατάστατά της, εκεί αργά ή γρήγορα η ψυχή ερημώνεται και ακολουθεί η κατάπτωση και η παρακμή. Γιατί η μόρφωση και η γνώση χωρίς ηθικούς φραγμούς μπορεί να γίνει όπλο εναντίον των συνανθρώπων μας. Αντίθετα, άνθρωποι της γνώσης με ηθικές αρχές μπορούν να οδηγήσουν την κοινωνία μας στην πρόοδο και να θέσουν την επιστήμη στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι στην μεθόδευση της καταστροφής του. Διατύπωσαν σοφές παιδαγωγικές αρχές, που αποτελούν τη βάση της σημερινής παιδαγωγικής επιστήμης. Τα δύο συγγράμματα α) του Μεγάλου Βασιλείου, με τίτλο, «προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» και β) του ιερού Χρισοστόμου, με τίτλο, «περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα», αποτελούν για πάντα πολύτιμους οδηγούς αγωγής των παιδιών. Δεν ήταν όμως μόνο της σοφίας και της επιστήμης θεράποντες. Ήταν και ακούραστοι εργάτες της αγάπης, της κορωνίδας αυτής των χριστιανικών αρετών. Ο καθένας έχει στο ενεργητικό του και ένα τεράστιο κοινωνικό έργο, που αποτελείται είτε από το Μέγα Βασίλειο στη συστάδα των ευαγών ιδρυμάτων, τη γνωστή Βασιλειάδα, έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, είτε από το Γρηγόριο το Θεολόγο στη Ναζιανζό, είτε από τον ιερό Χρυσόστομο στην Αντιόχεια της Συρίας αρχικά και αργότερα στη Κωνσταντινούπολη. O κοινός εορτασμός των τριών αγίων μορφών της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας στις 30 Ιανουαρίου, καθιερώθηκε τον ενδέκατο αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, για να τιμηθεί η υπέρτατη προσφορά τους στην παιδεία, η ακλόνητη και ενεργός πίστη προς το Θεό, η απαράμιλλη ποιμαντορική και φιλανθρωπική τους δράση. Ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος με τη διδασκαλία τους, που ηλέκτριζε τις ψυχές των ανθρώπων, με το τεράστιο συγγραφικό έργο τους και κυρίως, με την αξιοθαύμαστη κοινωνική τους δράση, πέτυχαν απόλυτα, ως δάσκαλοι, ως κληρικοί, και ως άνθρωποι. Γεφύρωσαν τους δυο κόσμους, τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και το Χριστιανικό πνεύμα, ώστε δίκαια θεωρούνται ο χρυσός κρίκος που μας ενώνει, με το ένδοξο παρελθόν της Εκκλησίας μας και η αργυρά γέφυρα που συνδέει το Σχολείο με την Εκκλησία . Η μεγαλύτερη τιμή την οποία οφείλουμε να αποδώσουμε σήμερα στους θεόπνευστους Αυτούς Πατέρες, είναι να γνωρίσουμε τις πτυχές της ζωής και της ευγενικής ψυχής του καθενός και να αντλήσουμε διδάγματα, που θα μας οδηγήσουν σε προβληματισμό, σε σκέψεις και αποφάσεις για τον σκοπό και τον χαρακτήρα της σύγχρονης εκπαίδευσης και θα καθοδηγήσουν τις απόψεις των γονέων, των μαθητών και των φορέων της αγωγής για το ρόλο της παιδείας σήμερα. Ανάμεσα στη δίνη των ιστορικών καταστροφών, ανάμεσα σε κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές ανακατατάξεις, ανάμεσα στη φθορά των πάντων, ζωηρή και παρήγορη εξακολουθεί να ακούγεται σ’ όλο τον κόσμο, η φωνή των Τριών Ιεραρχών. Υπήρξαν οι Τρεις Ιεράρχες στο βάθος του χρόνου, αλλά και παραμένουν στην τιμή και την μνήμη της Εκκλησίας του Χριστού Άγιοι, Διδάσκαλοι και Πατέρες. Τρεις ιδιότητες με διαχρονική αξία, γιατί δεν αναφέρονται μόνο σε κείνους και την εποχή τους, αλλά και σε κάθε εποχή και ιδιαίτερα στο σύγχρονο κόσμο. Σ’ ένα κόσμο δηλαδή, που είναι περισσότερο από προφανές ότι παραπαίει ανάμεσα στις αξίες που απαρνιέται και στις απαξίες που εγκολπώνεται, ανάμεσα στην αγιότητα που περιγελάει και στην αμαρτία που θάλπει, ανάμεσα στη νουθεσία που απορρίπτει και στην ένοχη σιωπή που προκρίνει, ανάμεσα στις ευλογημένες γονικές ευθύνες, που εξαιτίας του κόπου τους τις παραμελεί, και στην αδιαφορία, την αμέλεια και την αναπαυτική ζωή που προτιμά. Ήταν λοιπόν Άγιοι. Δηλαδή άνθρωποι της άσκησης, της εγκράτειας, της προσευχής, της νηστείας, της καθαρότητας. Άνθρωποι στους οποίους ο βίος συμπορευόταν με το λόγο και ο λόγος με τη ζωή. Οι θεωρητικές αποτυπώσεις των συγγραμμάτων τους δεν ήταν άλλο, παρά η καταγραφή των βιωμάτων και των εμπειριών της ζωής τους. Αγωνιστές μέχρι το τέλος. Όχι, τρομοκρατημένοι ή ταλαίπωροι κόλακες μπροστά στους ισχυρούς της γης ή στην αμαρτία και στην διαφθορά της εποχής τους. Δηλαδή ήρωες της θεωρίας και της πράξης, των λόγων και της ζωής. Πρότυπα αιώνια και παραδείγματα αξεπέραστα, ιδιαίτερα για τους σημερινούς δασκάλους και για τους σημερινούς γονείς. Όχι τόσο στη θεωρία, όσο στην πράξη. Όχι τόσο για το πώς είναι ανάγκη να σκεφτόμαστε, αλλά για το πώς είναι ανάγκη να ζούμε δίπλα στα παιδιά μας. Τελικά, για το πώς θα μπορέσουμε να σταθούμε στα παιδιά μας, γνήσια πρότυπα και αληθινά υποδείγματα. Συμπορευτές και όχι επιτιμητές, συνοδοιπόροι και όχι αποπροσανατολιστές, συμβοηθοί και όχι μόνο απαιτητές, άνθρωποι ολοκληρωμένοι και συνετοί, που θα κατανοούν τα όποια προβλήματα ανακύπτουν στοχεύοντας στις άριστες λύσεις. Ήταν και Διδάσκαλοι οι Τρεις Ιεράρχες. Δηλαδή άνθρωποι των γραμμάτων και της παιδείας, όχι τόσο με την ειδική έννοια της εκπαίδευσης, αλλά με τη γενική έννοια της αγωγής και της παιδαγωγίας όλων των ανθρώπων, μα ιδιαίτερα των νέων και των παιδιών. Ήταν εκείνοι, δηλαδή, ό,τι θα ’πρεπε να είμαστε και εμείς σήμερα, είτε ως γονείς, είτε ως παιδαγωγοί. Πλην όμως η ιδιότητα του Διδασκάλου, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιδιότητα του Αγίου. Όταν δεν υπάρχει ηθικός βίος, δεν μπορεί να υπάρξει γνήσιος και ανυπόκριτος ηθικός λόγος. Όταν λείπει το παράδειγμα της ζωής, τα λόγια, όσο ωραία και εντυπωσιακά κι αν είναι, καταντούν ενοχλητικά ακόμη και σ’ αυτά τα μικρά μας παιδιά. Γιατί, ενώ εμείς πολλές φορές τα αγνοούμε εξαιτίας της υποτιθέμενης ανωριμότητάς τους, εκείνα κατέχουν από το Θεό ως δώρο το πιο ευαίσθητο πνευματικό αισθητήριο, για να διακρίνουν το αληθινό από το ψεύτικο, το γνήσιο από το νόθο, το αυθεντικό από το κίβδηλο, την τιμιότητα από την υποκρισία. Τέλος οι μακαριστοί Ιεράρχες ήταν και Πατέρες. Ποιμένες χαρισματικοί και όχι μισθωτοί βοσκοί που εγκαταλείπουν το ποίμνιο τους στο πρώτο φόβητρο του όποιου λύκου. Πατέρες που χαίρονται πνευματικά την πρόοδο και την αγάπη των παιδιών τους, μα την ίδια στιγμή σήκωναν μέχρι θανάτου τις ευθύνες, τους κόπους, τις θυσίες, τις ταλαιπωρίες και τα προβλήματα που συνακολουθούν αυτήν την ιδιότητα. Αιώνια παραδείγματα του άφθαρτου ήθους και του ταπεινού αρχοντικού τρόπου της Ορθοδοξίας για τους γονείς όλων των εποχών. Τους πατεράδες και τις μανάδες, που συνεχίζουν μέσα στον κόσμο αυτό, το μυστήριο του δημιουργικού έργου του Θεού. Όχι μόνο γεννώντας παιδιά, αλλά και ανασταίνοντάς τα σωματικά, πνευματικά, γνωστικά και ηθικά. -Αυτή την ιδιότητα του αγίου και ηθικού ανθρώπου. -Αυτή την ιδιότητα του παιδαγωγού, με την ειδική και γενική έννοια του όρου. -Αυτή την ιδιότητα του γονιού, του Πατέρα και της Μάνας των παιδιών μας, είναι ανάγκη να αναλογιστούμε σήμερα τίμια και ταπεινά μπροστά στον καθρέφτη της ταπεινής μεγαλοσύνης των τριών Αγίων, Διδασκάλων και Πατέρων μας. Ο ιερός Χρυσόστομος παραπονιόταν για την τότε ελληνική παιδεία, όπως δικαιολογημένα θα παραπονιόταν και σήμερα για μερικούς γονείς, λέγοντας: Φροντίζετε να μάθουν τα παιδιά σας μόνο τέχνες και λογοτεχνία, ενώ για την άσκηση της ψυχής, κανένας λόγος δε γίνεται. Ο Μέγας Βασίλειος ερωτά: Τι θα κάνουμε στο θέμα της παιδείας; Και απαντά ο ίδιος « τι άλλο, βεβαίως, από το να επιμεληθούμε για την κάθαρση της ψυχής, για την καλλιέργεια αυτής στην αρετή, για την διαμόρφωση καλών και ενάρετων χαρακτήρων ». Η παιδεία κατά τη γνώμη των Τριών Ιεραρχών δεν είναι πολυμάθεια, δεν είναι μετάδοση ξηρών γνώσεων, όπως κάνουμε εμείς σήμερα, αλλά αφύπνηση έμπνευσης, ευλάβειας και μετάληψη αγιότητας. Ένα γέμισμα της ψυχής του παιδιού πρώτα απ’ όλα με το Χριστό και με ότι συνιστά η διδασκαλία Του. Μας προτρέπουν:«Να σπουδάσουμε, να γίνουμε γονείς και δάσκαλοι γενναίων παιδιών, δίνοντάς τα θάρρος, διορθώνοντας το κάθε τι, με το να εργαζόμαστε πάντοτε προς ωφέλεια των ψυχών ». Σκοπός της παιδείας των Τριών Ιεραρχών είναι να δώσουμε φτερά στις ψυχές των παιδιών, να τις αρπάξουμε από τα κοσμικά και την αμαρτία και να τις φέρουμε κοντά στον Θεό και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Να δώσουμε προτεραιότητα στις ψυχικές αξίες, τα πνευματικά χαρίσματα, τον εσωτερικό πλούτο του ανθρώπου και έπειτα να φροντίσουμε για την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και για την εξασφάλιση των υλικών αγαθών. Αν δέκα φορές φροντίζουμε την υγεία του σώματος, εκατό φορές πρέπει να φροντίζουμε για την υγεία της ψυχής. Προτεραιότητα στην παιδεία των Τριών Ιεραρχών έχει η καλλιέργεια της φρόνησης των νέων. Να εξασκηθούν οι νέοι από μικροί να βλέπουν και να εκτιμούν σωστά τα ανθρώπινα πράγματα. Να φιλοσοφούν τη ζωή καθημερινά. Στον σκοπό της παιδείας κατά τους τρεις Ιεράρχες περιλαμβάνεται και η ορθή ένταξη των νέων στην κοινωνία. Να καταλάβουν οι νέοι ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίσοι μεταξύ μας. Ο Μέγας Βασίλειος συνιστά: «Γνωρίζειν την ισονομίαν της φύσεως και αγαπάν το ισόνομον». Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επιμένει «ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν ο ένας για τον άλλο και όλοι για όλους». Συνιστούν να αποφεύγουν οι νέοι τις ακρότητες και τις υπερβολές στη ζωή τους, να ακολουθούν τη μέση οδό, για να μην παρεκτρέπονται. Θέτουν ακόμη ως σκοπό της παιδείας των νέων και την απόκτηση καλών συνηθειών από μικρή ηλικία, γιατί συνήθεια που στερεώνεται για πολύ χρόνο στο παιδί αποκτά τη δύναμη της φύσης. Την άσκηση των νέων στην αρετή πρέπει να επιδιώκουμε καθημερινώς. Αυτήν να έχουμε ως πρώτο στόχο στο σχολείο. Η αρετή επιτυγχάνεται και με τη μελέτη και την γνώση της Αγίας Γραφής. Η μελέτη και τα διδάγματα της Αγίας Γραφής δεν επιβάλλονται μόνο στους μοναχούς και στους κληρικούς, αλλά πολύ περισσότερο στα παιδιά, που πρόκειται να βγουν στο στίβο αυτής της κοινωνίας, ο οποίος μοιάζει σαν πέλαγος με πολλές τρικυμίες. Σκοπός της παιδείας κατά τους Τρεις Ιεράρχες είναι να πλάσουμε δυνατούς και αισιόδοξους χαρακτήρες στους νέους, παιδιά με γενναία φρόνηση και ανδρεία μπροστά στους κινδύνους και τις θλίψεις της ζωής, με σταθερή και διαρκή αγωνιστικότητα, ώστε να μην λυγίζουν μπροστά στις δυσκολίες και τις δυσμενείς συνθήκες της βιοπάλης. Να αποκτήσουν φωτεινή και διαυγή διάνοια, ισχυρή και αγαθή βούληση, φιλάνθρωπα και ευγενή αισθήματα, βαθιά κατανόηση και ειλικρινή ανιδιοτελή συμπαράσταση σε όλους τους συνανθρώπους τους. Η απότιση τιμής, λοιπόν, στα πρόσωπά τους και η συνοπτική, έστω, αναφορά στο πολύπλευρο έργο τους έχει ξεχωριστή σημασία ιδιαίτερα για την εποχή μας και το σύγχρονο άνθρωπο. Το σύγχρονο άνθρωπο, που παραπαίει σε μια τρομερή σύγχυση, αφού παρά τα καταπληκτικά ομολογουμένως επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, νιώθει δυστυχώς εγκλωβισμένος σ ένα κόσμο, που τείνει να αποκτηνώσει πλήρως το ανθρώπινο πρόσωπο, χαμένος μέσα σ’ ένα λαβύρινθο θεωριών και ιδεολογικών αντιθέσεων, βομβαρδιζόμενος από μια πρωτοφανή και εμπαθή πολεμική εναντίον της Εκκλησίας, κυριευμένος από την καταναλωτική υστερία και αποχαύνωση, βυθισμένος στον άκρατο ευδαιμονισμό του, πνιγμένος από το αίσθημα της μοναξιάς, της ανασφάλειας και της φυγής από την πραγματικότητα και συναισθανόμενος, για όλα αυτά, το υπαρξιακό του κενό, χρειάζεται σήμερα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, την πυξίδα, που θα τον προσανατολίζει σωστά στις επιλογές του και στην πορεία της ζωής του. Έχει ανάγκη ένα μήνυμα ελπίδας, που θα του μεταμορφώσει τη ζωή, θα του χαρίσει ασφάλεια, θα τον απαλλάξει από την ένταση και το άγχος, θα του ισχυροποιήσει τη θέληση, θα του καθαρίσει την καρδιά, θα του φωτίσει το νου, θα του δώσει τη δυνατότητα να ζήσει την αληθινή ζωή, που είναι σχέση αγάπης, κοινωνίας με το Θεό και τους ανθρώπους. Θα τον οδηγήσει στην υπαρξιακή του πληρότητα. Αυτόν τον προσανατολισμό, θα μας τον δώσουν οι Ιεράρχες και Πατέρες της Εκκλησίας, εφόσον καταφύγουμε σ αυτούς με πνεύμα μαθητείας. Οι Τρεις Ιεράρχες προβάλλουν για άλλη μια φορά και σήμερα ως πρότυπα για μίμηση, τόσο στους εκπαιδευτικούς και σπουδαστές, όσο και στους κληρικούς. Είναι επιπλέον αναγκαίοι και απαραίτητοι στο Έθνος μας, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Είναι αυτοί που θα βοηθήσουν την Πατρίδα μας να ζήσει και να μεγαλουργήσει στη νέα πραγματικότητα της Ενωμένης Ευρώπης, αφού η Ευρώπη σήμερα έχει ανάγκη και αναζητά με αγωνία πρότυπα σαν τους δικούς μας σοφούς Διδασκάλους και Πατέρες. Είναι επιτακτική ανάγκη, απαίτηση των καιρών μας, να συνεχίσουμε να βιώνουμε τη διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών και μεγάλων Παιδαγωγών στην προσωπική μας ζωή, ώστε να αποφύγουμε την αλλοτρίωση ως πρόσωπα και ως Έθνος. Οι τρεις μεγάλοι ιεράρχες είναι δωρεά του Θεού στον Ελληνισμό, τους Χριστιανούς και σε όλη την ανθρωπότητα. Δωρεά ιδιαίτερη στους νέους, γιατί αυτοί μόνο μπορούν να δροσίσουν την πνευματική ξηρασία της εποχής μας. Ας γίνει όνειρο του καθενός μας να μαθητεύσουμε κοντά τους, στον βίο τους και τα έργα τους τ’ αθάνατα. Έτσι θα γίνουμε, ανάλογα με την προσπάθεια του ο καθένας, μέτοχοι στο ιερό μεγαλείο τους.

«Λοφ»: O σκύλος που κέρδισε τα τρία αστέρια του λοχαγού!

Άκουγε στο όνομα «Λοφ». Είναι ο Κρητικός σκύλος, που συντρόφευε τον Εμμανουήλ Παναγιωτάκη (καπετάν Βαβουλέ) και τα παλικάρια του, στη λίμνη των Γιαννιτσών και στον κάμπο της Αλμωπίας (Καρατζόβας), στην κορύφωση του Μακεδονικού Αγώνα από το 1904 έως το 1908. Ο πιστός… τετράποδος «Μακεδονομάχος», στον οποίο για τις υπηρεσίες του, του απονεμήθηκε τιμής ένεκεν ο βαθμός του… Λοχαγού! Πάνω του… σφύριξαν εκατοντάδες σφαίρες από «γκράδες». Εκείνος, πάντα κατάφερνε να γλιτώσει και να επιστρέψει πίσω στη γενέτειρά του, την Κρήτη, απ’ όπου είχε ξεκινήσει μαζί με τον ιδιοκτήτη του, για να σώσουν την Μακεδονία από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες που την ορέγονταν. Έγραψε κι αυτός, την δική του ιστορία, αν και δεν έγινε ποτέ γνωστή, όσο εκείνη του «Μάγκα», που ύμνησε στα «Μυστικά του Βάλτου», η Πηνελόπη Δέλτα. «Είναι κι αυτός σύντροφός μου» Όλα ξεκίνησαν από την Αθήνα. Στο κέντρο, που είχε αναλάβει την συγκρότηση σωμάτων από εθελοντές-αγωνιστές για την Μακεδονία, παρουσιάστηκε ένας πανύψηλος Κρητικός, έχοντας μαζί του τον σκύλο του. «Δεν μπορείς να τον πάρεις μαζί σου! Είναι επικίνδυνο! Θα γαυγίζει και θα σας προδώσει! Εκεί, είναι πολύ άγρια τα πράγματα!», είχε τις αντιρρήσεις του ο υπεύθυνος στρατολόγησης. Ο Εμμανουήλ Παναγιωτάκης, (Βαβουλές το προσωνύμιό του), ένας πανύψηλος και γεροδεμένος άνδρας, γύρω στα 30 χρόνια του, ατάραχος απάντησε: «Είναι κι αυτός σύντροφός μου. Θα έρθει μαζί με τα παλικάρια μου! Μάλιστα θα μας βοηθήσει, γιατί είναι εκπαιδευμένος!» Κι αμέσως έδωσε μερικά παραγγέλματα: «Λοφ, κρύψου! Εχθρός!». Ο σκύλος στη στιγμή έγινε άφαντος. «Έλα! Πρηνηδόν!». Κι εκείνος παρουσιάστηκε και έγινε ένα με το πάτωμα. «Πάρτε τον, μαζί σας!», λύγισε ο υπεύθυνος που έδωσε την έγκρισή του για να περάσει μαζί με το εκστρατευτικό σώμα στη Μακεδονία και ο «Λοφ». Ο καπετάν Βαβουλές είχε συνεργαστεί με πολλούς αρχηγούς του Μακεδονικού Αγώνα, όπως τον Δεσπότη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Σπύρο Σπυρομήλιο (καπετάν Μπούα).

ΣΚΙΑΓΡΑΦΩΝΤΑΣ το Γέροντα Ιάκωβο Βαλοδήμο, τον Άγιο της Βίτσας Ζαγορίου, προσεγγίζουμε την αρετή.

Προβάλλουμε μπροστά μας την αγιότητα προσωποποιημένη, τον ίδιο τον Κύριό μας «παρατεινόμενον εις τούς αιώνας». Ό άγιος, καλοκάγαθος, άπειρόκακος Λειτουργός τού Θεού τού Υψίστου, π.Ιάκωβος Βαλοδήμος είναι μια σύγχρονη αγιασμένη μορφή, πού κατακόσμήσε τά τελευταία χρόνια την Ήπειρο μας και έφυγε μόλις το 1960 σέ βαθιά γεράματα, για να διακοσμήσει και τη χορεία της θριαμβεύουσα στον ουρανό Εκκλησίας. Ό π. Ιάκωβος ήταν ένας βιαστής του πνεύματος, ένας σύγχρονος Πατροκοσμάς, ένα φιλέρημο στρουθίο της αρετής, από τά έρημοπούλια της πίστεως, πού χτίζουν τις φωλιές τους στις απάτητες κορυφές της αρετής, καλλικέλαδο ώς προς την αδιάκοπη δοξολογία τού Θεού μας. Υπήρξε ό Όσιος Ασκητής του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία, στα ψηλώματα τών Ζαγοροχωρίων, στου όποιου το πρόσωπο διαπιστώνουμε περίτρανα για μια ακόμη φορά, ότι έχει και ή εποχή μαστούς Αγίους της, αφού ή αγιότητα είναι διαχρονικό φαινόμενό προς βεβαίωση τών λόγων τού Αποστόλου τών εθνών: «Όπου έπλεόνασεν ή αμαρτία, ύπερεπερίσσευσεν ή χάρις» (Ρωμ. ε’ 20). Ό πατήρ Ιάκωβος ζούσε στα ύψηλά. Δεν αναπαυόταν στα χαμηλά, αφού είχε υψηλές πνευματικές ανατάσεις και δεν συμβιβαζόταν με τη ζωή στα χειμαδιά της πνευματικής ζωής. Ανέπνεε τον καθαρό αέρα της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο έργο του ευαγγελισμού τών ψυχών και στη θεία Αγάπη. Προτιμούσε τη σκληρή ζωή τών στερήσεων και τών θλίψεων λέγοντας ότι «διά πολλών θλίψεων δει ημάς είσελθεϊν εις την Βασιλείαν τών Ουρανών» (Πράξ. ιδ’ 22). Κακουχία γι’ αυτόν σήμαινε αναψυχή. Στέρηση σήμαινε πλουτισμός. Λύπη και πειρασμός σήμαινε άγαπητική επίσκεψη τού Θεού. Ήθελε να βιώνει την πτωχεία του Ιησού σέ όλο της το μεγαλείο. Είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του στο θειο έλεος και από τον ουρανό αντλούσε δύναμη και υγεία. Ασκητικός, γλυκύτατος, λαμπερός ό π Ιάκωβος, με απλά λόγια εξηγούσε το Ιερό Ευαγγέλιο στους πιστούς. Ό λόγος του ήταν βαθειά θεολογικός, αλλά απόλυτα κατανοητός και πάντοτε συμβουλευτικός. Για κάθε πρόβλημα έδινε μία λύση, ή οποία ήταν πάντοτε ή καλύτερη. Αν κάποιος έκανε σοβαρή αμαρτία τον συμβούλευε πατρικά και έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στη συκοφαντία, την οποία θεωρούσε μεγάλο ολίσθημα μισητό από τον ακατάκριτο Κύριό μας. Αυτή είναι διαβολή, έλεγε, και είναι βέβαιο ότι ό διάβολος είναι ό εφευρέτης της, αφού είναι ό πατέρας τού ψεύδους. Ό βίος τού π. Ιακώβου ήταν στολισμένος με όλες τις αρετές, με καρτερία, σεμνότητα, εγκράτεια, Αγάπη και προ πάντων με την υψοποιό ταπείνωση. Γι’ αυτό κέρδισε και την Ουράνια Βασιλεία. Στα χωριά πού περιόδευε ιεραποστολικά ο Γέροντας διδάσκοντας την ευσέβεια μαζευόταν όλη ή γειτονιά να ακούσει τον ψυχωφελή λόγο του. Όταν τού πρότειναν να φάει εκείνος έτρωγε μόνο δύο κουταλιές, πάντοτε νηστίσιμο, και ευχαριστούσε τούς πάντες. Μιλούσε και προφητικά λέγοντας: «Μή χαίρεστε! Πίσω θα έρθουν χειρότερες ήμερες». Επίσης έλεγε: «Θα έρθει καιρός πού ό ένας δεν θα θέλει να δει τον άλλον. Θα αλλάξει ό κόσμος. Το μεγάλο ποτάμι δεν ήρθε ακόμη, πίσω είναι. Γι` αυτό εξομολογηθείτε, κοινωνήστε. Δεν ξέρουμε την ώρα μας. Θα έχετε όλα τά καλά, αλλά δεν θα τά χαίρεστε». Στην εκταφή τών λειψάνων του βρήκαν ένα λουλούδι στο κεφάλι του. Πώς να μή ανθήσει λουλούδι, όταν ό ίδιος ήταν το ρόδο της ασκητικής ζωής, το κρίνο της ιεραποστολική δράσεως και το ζουμπούλι της ψυχικής κενώσεως στις ανάγκες τών συνανθρώπων του; Το άνθισμα τού λουλουδιού έδειχνε την ευαρέσκεια τού ουρανού στους αγώνες τού Γέροντος Ιακώβου. Στα δύσκολα χρόνια της πείνας και της ανέχειας, αν εξοικονομούσε καμιά οκά αλεύρι ή καμιά χούφτα φασόλια μπορούσε να πάει και δύο ώρες δρόμο σέ κάποιο χωριό, για να τα δώσει σέ φτωχές οικογένειες. Όλα για τούς άλλους! Τίποτα δεν κρατούσε για τον εαυτό του. Τά βράδια, στη μικρή ανάπαυση πού έδινε στον εαυτό του κοιμόταν κατάχαμα πάνω σέ ένα χράμι από γιδόμαλλο με μαξιλάρι μια πέτρα. Στον εμφύλιο σπαραγμό πού έζησε σέ δυσχείμερα χρόνια τον ρωτούσαν: -Γέροντα, πόλεμος γίνεται, φονικά βλέπουμε, με ποιόν να πάμε; -Με αυτόν πού έχει το μικρότερο πειρασμό, απαντούσε, χωρίς να παίρνει θέση. Στην αμφίεση του ήταν πάντοτε ταπεινός. Έτσι, όταν τού έδωσαν σέ ένα Ί. Ναό πού πήγε για να λειτουργήσει ωραία άμφια με φανταχτερά χρώματα χωρίς να τούς προσβάλει ρώτησε: -Δεν υπάρχουν άλλα πιο απλά, με πιο μουντά χρώματα; Φρονούσε και έλεγε ότι ό Ιερεύς είναι υπηρέτης τού Παμβασιλέως Θεού. Και όπως ό υπηρέτης παρουσιάζεται πάντοτε στο Βασιλέα ευπρεπής, καθαρός, καλοντυμένος και πρόθυμος να τον εξυπηρετήσει, έτσι και ό Ιερεύς παρουσιάζεται ευπρεπής και ιεροπρεπής στο Ιερό Θυσιαστήριο. Δεν ντύνεται, όμως, ό υπηρέτης με βασιλικές φορεσιές. Δεν μπορεί ό υπηρέτης να ντύνεται με ακριβότερα ρούχα από το αφεντικό του. Δεν τού ταιριάζει ή πορφύρα και ό βύσσος. Κόσμημά του είναι ή απλότητα, ή καθαριότητα, ή σεμνότητα. Τά πολύτιμα κοσμήματα και ενδύματα τά φυλάει για την αθάνατη ψυχή του, αυτή πού θα μετέχει τού ουρανίου Μεγάλου Δείπνου. Αφού σώθηκε από νάρκες και πολλούς ορατούς και αοράτους εχθρούς με τη Θεία συνέργεια και με θαύμα στους τρόπους πού μόνο σέ Αγίους συμβαίνουν, ο π. Ιάκωβος κοιμήθηκε τις 15 Φεβρουάριου του 1960 ήσυχα και Άγγελοι Κυρίου παρέλαβαν τη μακαρία του ψυχή, για να τη μεταφέρουν στο θρόνο τού Έσφαγμένου Άρνίου. Ήταν ημέρα νίκης, ημέρα λυτρωμού, ημέρα θριάμβου, για το Γέροντα, πού έσπαγε το φράγμα της ύλης και πορευόταν στην αφθαρσία, στην αιωνιότητα, κοντά στο Χριστό μας, «όπου ήχος καθαρός έορταζόντων και βοώντων άπαύστως, Κύριε, δόξα Σοι.