Ο Γέροντας Μελέτιος ο Καρεώτης

Ο Γέρων τού Διονυσιάτικου Κελλιού «Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου», πλησίον τών Καρυών, γεννήθηκε στην Αταλάντη το 1907 και το 1925 ήρθε για μοναχός. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Από δώδεκα ετών εργαζόταν σε Φαρμακείο και παρασκεύαζαν φάρμακα με τον τρόπο τής εποχής εκείνης. (Φαρμακοτρίβης). Ήταν πολυτάλαντος, ευφυέστατος και ολιγομίλητος. Ήταν δάσκαλος τής Αγιογραφίας και τής Βυζαντινής Μουσικής στην Αθωνιάδα. Έβγαλε πολλούς μαθητές. Υπήρξε άριστος θεωρητικός τής Βυζαντινής μουσικής (ίσως ο καλύτερος στην Ελλάδα) και συνέγραψε πολλά μουσικά κείμενα. Πολλοί μεγάλοι μουσικοί έρχονταν και τον συμβουλεύονταν. Οι μεγάλοι Καρυώτες ψάλτες τον παραδέχονταν λέγοντας: «Εμείς είμαστε ψάλτες, ο γερο Μελέτιος είναι δάσκαλος». Το 1960 πήγε στην Αθήνα και βρήκε τον Κόντογλου, γιατί είχε ακούσει ότι «ξεσήκωσε την παλαιά τέχνη». Ο π. Μελέτιος επανέφερε στο Άγιον Όρος την βυζαντινή τεχνοτροπία στην Αγιογραφία. Ανέδειξε πολλούς μεγάλους Αγιογράφους. Για να προβάλλει την Βυζαντινή Αγιογραφία έκανε εκθέσεις στην Αγγλία και στην Γερμανία, αλλά από ταπείνωση δεν πρόβαλλε το όνομά του. Ήταν άριστος καλλιγράφος. Η Ιερά Κοινότης τού έδινε και καλλιγραφούσε επιστολές προς επισήμους. Και οι Βασιλείς τού ανέθεταν να καλλιγραφεί επιστολές. Ήταν πρακτικός γιατρός. Έκανε βοηθός ενός μοναχού πού εκτελούσε χρέη γιατρού και μαζί εγχείρησαν ένα γεροντάκι στις Καρυές. Γνώριζε τις ιδιότητες πολλών βοτάνων και πολλούς τους θεράπευε με τις πρακτικές ιατρικές γνώσεις του - από τραύματα και διάφορες αρρώστειες. Όταν αρρώσταινε, δεν έτρωγε τίποτε. Σύστηνε μάλιστα και στους άλλους. «Κάνε ένα τριήμερο και θα γίνεις καλά». Είχε τη νηστεία για φάρμακο. Ο ίδιος, όταν ήλθε 17 χρόνων στο Άγιον Όρος, ήταν φυματικός και με τη νηστεία και την προσευχή θεραπεύτηκε! Γνώριζε την κατασκευή χρωμάτων φυσικών, πινέλων, μελανών, και είχε και σχετικές σημειώσεις. Ήταν χρυσοχέρης σε όλα του. Έκτιζε πεζούλια, έκανε κρεββατά, γνώριζε από καλλιέργειες, από θάλασσα, από μηχανικά. Έβγαζε φωτογραφίες και τις εμφάνιζε μόνος του, και έτσι εξυπηρετούσε αμισθί τους πατέρες και τους μαθητές που χρειάζονταν να βγάζουν φωτογραφίες για ταυτότητα. Και ενώ είχε τόσα χαρίσματα και γνώσεις ο γερο Μελέτιος, ήταν πολύ ταπεινός. Δεν μιλούσε για τον εαυτό του και δεν κατέκρινε κανέναν. Τον ρωτούσαν τα παιδιά τής Σχολής: «Γέροντα, ο τάδε είναι ζηλωτής;». Και απαντούσε: «Πού να ξέρω, μωρέ;». Και όμως ήξερε πολύ καλά, διότι ζούσε κοντά στις Καρυές. Όσο ζούσε, ουδέποτε δέχθηκε να τυπωθή κάποιο μουσικό βιβλίο ή εικόνα του. Ποτέ του δεν μάλωσε και δεν παρατήρησε κανένα μαθητή του, ακόμη και όταν έκανε πολύ θόρυβο την ώρα τού μαθήματος. Ως καθηγητής τής Αθωνιάδος Σχολής ουδέποτε συμμετείχε στον σύλλογο τών καθηγητών, για να μην εκφέρη γνώμη για κάποιον μαθητή λέγοντας: «Εγώ ειμαι καλόγερος, πώς να κατακρίνω τα παιδιά;». Βαθμούς στους μαθητές δεν έβαζε ο ίδιος, για να μη στενοχωρήση κάποιον, αλλά ο Σχολάρχης. Πολλές φορές μερικά ζωηρά παιδιά πήγαιναν στο Κελλί του για Αγιογραφία ή μουσικά και έκαναν το Κελλί του άνω κάτω. Δεν έλεγε τίποτε. Ανεχόταν τις παραξενιές τους και μακροθυμούσε. Την πραότητα ο γερο Μελέτιος την απέκτησε με αγώνες· δεν ήταν φυσική αρετή του. Είπε σε κάποιον: «Στο σπίτι μας ήμασταν όλοι θυμώδεις και αρπαζόμασταν με το παραμικρό. Εδώ δυσκολεύτηκα να κόψω τον θυμό». Ήταν ελεήμων και αγαπούσε τους ανθρώπους. Εξυπηρετούσε τον καθένα που ζητούσε την βοήθειά του. Αναλώθηκε να βοηθήση πολλούς να μάθουν Αγιογραφία και βυζαντινή μουσική. Εκτός από τους μαθητές τής Αθωνιάδος, όταν τον καλούσαν διάφορα Μοναστήρια έξω, δεν έλεγε ποτέ όχι. Μέχρι το Σινά έφθασε, για να βοηθήσει. Πάντα αφιλοκερδώς, αθόρυβα και ταπεινά. Κάποτε φιλοξενούσαν στο Κελλί τους από ευσπλαχνία έναν ηλικιωμένο λαϊκό, τον μπαρμπα–Βασίλη, που η δουλειά του ήταν σαγματοποιός. Ένα χειμώνα πήρε φωτιά το δωμάτιό του από απροσεξία του και κάηκε ο ίδιος, το δωμάτιο και οι αποθήκες. Ο γερο Μελέτιος δεν είπε τίποτε. Κάποιος στην τράπεζα είπε: «Τον μαζέψαμε και μάς έκαψε. Θεός σχωρέσ τον» . Ο Γέροντας λίγο κουνήθηκε από την θέση του, αλλά δεν είπε τίποτε, ούτε να συμφωνήσει, αλλά ούτε να τον διορθώσει ή να τον παρατηρήσει. Πολλές φορές, ενώ είχε αρχίσει να αγιογραφή, ερχόταν κάποιος για μάθημα, πάντα δωρεάν, χωρίς αμοιβή· σηκωνόταν αγόγγυστα και ας χαλούσαν τα χρώματα, και πήγαινε πίσω η δουλειά του. Έδειξε τα πάντα, ό,τι ήξερε. Δεν κράτησε τίποτε μυστικό. Θεράπευσε ανιδιοτελώς τις ιερές τέχνες και ευεργέτησε πολλούς διδάσκοντάς τους. Σε όσους έρχονταν να τού ζητήσουν βοήθεια οικονομική έδινε, χωρίς να ρωτήσει τίποτε. Όσοι ζητούσαν δουλειά, τους έλεγε να σκάψουν τον σκαμμένο κήπο ή να κάνουν κάτι άλλο, και τους πλήρωνε κανονικά μεροκάματο, χωρίς να εξετάσει τι δουλειά έκαναν. Κάποτε ένα παιδί που ήταν στο Κελλί του, κρύωνε. Τού χάρισε ένα ωραίο χειμωνιάτικο επανωφόρι. Έβαλε το παιδί τα χέρια στις τσέπες και βρήκε δυο πεντοχίλιαρα. Τότε τού λέγει: –Γέροντα έχει και χρήματα. –Πάρτα, μωρέ, πάρτα, τού είπε. Όταν πήγαινε στις Καρυές ή στην Σχολή φορούσε πάντοτε το εξώρασο από σεβασμό προς τον χώρο και στο λειτούργημά του. Όταν καμμία φορά το Υπουργείο Παιδείας διώριζε κάποιον καθηγητή Μουσικής ή Αγιογραφίας στην Αθωνιάδα, ο γερο Μελέτιος διακριτικά αποχωρούσε, χωρίς καθόλου να παραπονεθή ή να πειραχθή ο εγωϊσμός του. Όταν μετά από λίγο έμεναν χωρίς καθηγητή, τον καλούσαν και πήγαινε πάλι. Ούτε οι τιμές τον άγγιζαν ούτε οι περιφρονήσεις τον στενοχωρούσαν. Ήταν υπάκουος στους άλλους και δεν πρόβαλλε το δικό του θέλημα. Αυτό το διαπίστωναν και τα παιδιά τής Σχολής, αλλά κυρίως όταν επισκεπτόταν Μοναστήρια στον κόσμο, για να διδάξη μουσικά ή Αγιογραφία. Τού έλεγαν: «Από δώ, Γέροντα», «κάθισε Γέροντα», «σήκω Γέροντα», και αμίλητος έκανε ό,τι τού έλεγαν. Παροιμιώδης ήταν η σιωπή του. Κάποτε που πήγε στο Νοσοκομείο, ο γιατρός απόρησε που επί μέρες δεν άκουσε την φωνή του. Ρώτησε τον συνοδό του: –Δεν μιλά ο παππούς; –Πώς; Να, τώρα πες του για μουσικά και Αγιογραφία να δης πως θα μιλήσει. Στον αφωσιωμένο για δεκαετίες υποτακτικό του π. Κοσμά φερόταν με πολλή αγάπη, σεβασμό και λεπτότητα. Κάποιος τον ρώτησε αν έχη ευλογία να μείνη ένα διάστημα στο Κελλί του, για να μάθη Αγιογραφία. Ο γέρω Μελέτιος τού είπε: «Να ρωτήσω την συνοδεία μου και θα σού πω». Ρώτησε, έλαβε την συγκατάθεση και τον δέχθηκε. Ο νέος απόρησε που η συνοδεία του ήταν μόνο ο π. Κοσμάς. Νόμισε πώς θα έχει 3–4 τουλάχιστον καλογέρια. Έμενε μήνες κοντά τους, έγινε καλός Αγιογράφος και ευγνωμονεί τον Γέροντα. Αλλά στις αρχές δυσκολεύτηκε πάρα πολύ, διότι περνούσαν μέρες και βδομάδες χωρίς να μιλούν. Ο γερο Μελέτιος έλεγε μόνο, «πάμε για ελιές» ή «πάμε για φουντούκια», και στην δουλειά του δούλευε σιωπηλός και έλεγε την ευχή. Ουδέποτε τον άκουσε να σχολιάζη γεγονότα ή πρόσωπα άλλα. Κατά την Γερμανική Κατοχή ο γερο Μελέτιος με ηρωίκό φρόνημα, εύσπλαχνη διάθεση προς τους καταδιωκομένους και με κίνδυνο τής ζωής του έκρυψε και φυγάδευσε πολλούς Έλληνες και Άγγλους. Δύο φορές τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, αλλά τους ξέφυγε. Πολλοί από αυτούς πού βοήθησε τού έγραψαν αργότερα ευχαριστήριες επιστολές, ενώ ένας Άγγλος Αξιωματικός τον πήρε και τον φιλοξένησε στην Αγγλία, για να τον ευχαριστήσει που τού έσωσε την ζωή. Αλλά ο Γέροντας ποτέ του δεν έκανε λόγο γι αυτά, ούτε και στον υποτακτικό του. Τον ρωτούσαν τα παιδιά τής Σχολής: –Γέροντα, πώς τους ξεφύγατε τους Γερμανούς; –Είχα τον τρόπο μου, απαντούσε. Ρωτούσαν τον π. Κοσμά να τους πη για την δράση του και απαντούσε: –Α, δεν ξέρω∙ δεν μιλάει γι αυτά. Να, πες τον για μουσικά και αμέσως θα σηκωθή· και γυρίζοντας στον Γέροντα που ήταν κλι νήρης και βογγούσε, τού είπε δοκιμαστικά: –Γέροντα, το καλογέρι θέλει να διαβάσετε μουσικά. Και ο Γέροντας πετάχτηκε απ το κρεββάτι και γυρίζοντας στον μαθητή ρωτούσε. –Πού ει ναι το μουσικό; Φέρτο μωρέ. Πολλοί τον θεωρούσαν ένα καλό παππούλη, που όμως δεν ήξερε από καλογερική. Κρίνοντας όμως εξωτερικά, ελάθεψαν στην κρίση τους, γιατί ο γερο Μελέτιος είχε κρυφή πνευματική ζωή, όπως φαίνεται από κάποια περιστατικά. Κάποτε, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση γυναικείου Μοναστηριού στον κόσμο, πήγε να τους βοηθήση στα μουσικά. Εκεί αρρώστησε με πυρετό υψηλό, αλλά παρά ταύτα δεν σταμάτησε καθημερινά να διδάσκη. Μάλιστα είχε τυπικό τελείας ασιτίας, όταν αρρώσταινε. Αυτό ήταν το φάρμακό του. Οι αδελφές πανικοβλήθηκαν, γιατί νόμισαν ότι θα τον χάσουν. Τον ανάγκασαν να πάρη κάτι, και τους έκανε υπακοή. Τη νύχτα μπήκε κάποιος αθόρυβα στο κελλί του να δη τι κάνει, μήπως θέλη κάτι, και άκουσε να επαναλαμβάνη καθαρά και ρυθμικά την ευχή, ενώ εκοιμάτο. Μαθητές του, μαρτυρούν ότι πολλές φορές που έμπαιναν στο κελλί του να ρωτήσουν κάτι, τον εύρισκαν να λέη την ευχή αργά και καθαρά. Για να θολώση τα νερά, κάτι μουρμούριζε ή έλεγε· «να, λέω κι εγώ, παραμιλάω». Άλλοι τον είδαν τη νύχτα που κοιμόταν να κινή ρυθμικά το δάχτυλό του σαν να τραβά κομποσχοίνι. Και αυτό όχι μία φορά. Τις νύχτες έβλεπαν φως από το κελλί του. Διάβαζε ή προσευχόταν. Έζησε 93 χρόνια χωρίς να πέσει μία τρίχα από τα μαλλιά του και να χάσει ένα δόντι. Διάβαζε χωρίς γυαλιά μέχρι το τέλος του.Έζησε ταπεινά και αθόρυβα. Κατόρθωσε να εφαρμόσει τις δύο μεγάλες εντολές τού Ευαγγελίου: «Μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε» και το «αγαπάτε αλλήλους». Και αν ως άνθρωπος είχε κάποιες ατέλειες, η αγάπη του θα τις καλύψει, και με παρρησία θα ζητήσει να μην κριθή από τον δίκαιο Κριτή, γιατί και ο ίδιος δεν έκρινε ούτε κατέκρινε κανέναν, πράγμα σπάνιο και δυσεύρετο για την γενεά μας.

Φωνάξαμε δυνατά το όνομα του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν του πατρός Σίμωνος.

Μία ημέρα είχα πάει στον πατέρα Ζωσιμά [Μοναχός Ζωσιμάς, υποτακτικός του Γέροντα, π. Σίμωνος Αρβανίτη], που έμενε τότε στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ευαγγελιστού Λουκά, πίσω από το Μοναστήρι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος και Ιαματικού Παντελεήμονος [στην Πεντέλη]. Την Κυριακή, όταν γύριζα από το βουνό, σε μία στροφή βλέπω κάτω ένα αυτοκίνητο μάρκας «Τoyota», εγκαταλειμμένο. Με σταμάτησε ο οδηγός και με παρακάλεσε να τον βοηθήσω· ήταν αδύνατο να το βγάλουμε οι δυο μας. Του είπα: – Θα πάω εδώ κάτω στη διασταύρωση, στο εικονοστάσι του Αγίου Παντελεήμονος να φωνάξω τους μαστόρους να μας βοηθήσουν. Δυστυχώς, γύρισα άπρακτος. Του είπα ότι οι εργάτες είχαν σχολάσει και δε γίνεται τίποτα. – Θα πάω κάτω στην Αθήνα και θα φέρω ένα γερανό να μας το βγάλει. Όταν άκουσε αυτό ο βοσκός: – Όχι, όχι!» μου λέει, εγώ είμαι τσοπάνος στο κοπάδι του Μαγκίνα και θα με διώξει το αφεντικό, όταν το μάθει. Ξαναμπαίνει μέσα ο οδηγός, κάνουμε άλλη μία προσπάθεια, βάζει μπρος μήπως βγει, αλλά δε γινόταν τίποτα· είχαμε απελπιστεί, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Του λέω τότε εγώ: – Έχεις πίστη μέσα σου; Μου λέει: – Ναι. [Του λέω]: – Εδώ είναι ο Άγιος Παντελεήμων και ο Άγιος πατέρας Σίμων, που έκανε το Μοναστήρι. Να τους παρακαλέσουμε και θα μας βοηθήσουν να το βγάλουμε. Μπαίνω εγώ μέσα στο αυτοκίνητο, κάνουμε και οι δυο την προσευχή μας και φωνάξαμε δυνατά το όνομα του Αγίου Παντελεήμονος και κατόπιν του πατρός Σίμωνος. Tο αυτοκίνητο πετάχτηκε στον αέρα, κατάλαβα ότι η καρότσα από πίσω σηκώθηκε στον αέρα και βγήκε από εκεί μέσα το αυτοκίνητο χωρίς καμιά ζημιά. Τα χάσαμε και οι δυο μας και κλαίγαμε πολύ για το μεγάλο θαύμα που έγινε σε μας τους αμαρτωλούς! Επιμέλεια Στέλιος Κούκος Μαρτυρία από το βιβλίο του Μοναχού Ζωσιμά, «Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης, (1901-1988), Μαρτυρίες για τη ζωή και το έργο του», τόμος β’.

Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος Δ ́ και ο Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως.

Ο Σωφρόνιος Γ΄ (κατά κόσμον Σταύρος Μεϊδαντζόγλου) ήταν Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 1863 έως το 1866, και αργότερα (1870-1899) Πατριάρχης Αλεξανδρείας (ως Σωφρόνιος Δ΄). Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1798 και 1802. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Το 1820 χειροτονήθηκε διάκονος, οπότε πήρε και το όνομα Σωφρόνιος. Το 1839 εξελέγη Μητροπολίτης Χίου, οπότε χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και κατόπιν επίσκοπος από τον Πατριάρχη Γρηγόριο ΣΤ΄. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1855 εξελέγη Μητροπολίτης Αμασείας[. Εργάστηκε για την ίδρυση ελληνικών σχολείων στην επαρχία του και κατά τα έτη 1858-1860 ήταν μέλος της μεγάλης εθνοσυνέλευσης του Πατριαρχείου, η οποία συνέταξε τους λεγόμενους Εθνικούς ή Γενικούς Κανονισμούς, οι οποίοι ψηφίστηκαν το 1862 και επέτρεπαν τη συμμετοχή περισσότερων λαϊκών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων του Πατριαρχείου. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1863, μετά την παραίτηση του Ιωακείμ Β΄, εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης. Κατά την Πατριαρχία του διαπραγματεύτηκε και το 1866 παραχώρησε με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη[ στην Εκκλησία της Ελλάδος τις Μητροπόλεις των Επτανήσων, τα οποία είχαν ήδη ενωθεί με την Ελλάδα το προηγούμενο έτος. Την ίδια χρονιά προέκυψε και το λεγόμενο «μοναστηριακό ζήτημα» στην Εκκλησία της Ρουμανίας, καθώς ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Κούζας κατέσχεσε όλα τα ακίνητα του Πατριαρχείου, της Μονής Σινά και του Αγίου Όρους στη χώρα αυτή και απέκοψε την Εκκλησία της Ρουμανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Κατόπιν αυτών, ο Πατριάρχης Σωφρόνιος παραιτήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1866 και αποσύρθηκε στο σπίτι του στην Πρίγκηπο μέχρι το 1870. Τη χρονιά εκείνη απεβίωσε ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Νικάνωρ και προκλήθηκαν ταραχές για την εκλογή του διαδόχου του. Στις 30 Μαΐου 1870 εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας ως Σωφρόνιος Δ΄. Η Πατριαρχία του αμαυρώθηκε από την άδικη εκδίωξη του Πατριαρχικού Επιτρόπου Καΐρου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου Κεφαλά, τον οποίο αργότερα η Εκκλησία ανακήρυξε Άγιο και μόλις το 1998 το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας απεκατέστησε συνοδικώς την κανονική τάξη περί του προσώπου του, επί Πατριαρχίας Πέτρου Ζ'. Παρέμεινε Πατριάρχης Αλεξανδρείας μέχρι τον θάνατό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 1899, σε ηλικία πέραν των 101 ετών. Τα οστά του βρίσκονται σήμερα σε μαρμάρινη λειψανοθήκη στο Ναό του Αγίου Γεωργίου Παλαιού Καΐρου.

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑ-ΚΟΣΜΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

Σκλαβωμένη χώρα η Αφρική και κουρσεμένη από την δύση χρειαζόταν ανθρώπους της δύσης που θα της αφοσιωθούν για να πιστέψει ότι υπάρχει μετάνοια και να γιατρευτούν οι πληγές της. Ο παπα-Κοσμάς Γρηγοριάτης μια μεγάλη μορφή της Ορθόδοξης Ιεραποστολής αγάπησε χωρίς προϋποθέσεις και πότισε πριν τριάντα χρόνια με το αίμα του το αφρικανικό χώμα, προσφέροντας θυσία τον εαυτό του. Με αυτό το αίμα ο παπα-Κοσμάς ξέπλυνε μέρος της αδικίας του δυτικού κόσμου προς τις αποικίες και ας μην ήταν υπεύθυνη γι’ αυτό η χώρα του. Αλλά είναι χαρακτηριστικό του χριστιανού να σηκώνει και ξένες ευθύνες. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος θα πει σήμερα για τον πρώτο Ορθόδοξο μάρτυρα Ιεραπόστολο του Κονγκό: «Καρπός ευλαβούς και ένδοξης ποντιακής ρίζας ο παπα-Κοσμάς, οδηγήθηκε από τους μακαριστούς γονείς του Δημήτριο και Δέσποινα Ασλανίδη, από παιδί στην Εκκλησία, ενώ σαν νέος εμαθήτευσε παρά τους πόδας του ανεπανάληπτου Ομολογητού και Αγίου Ιεράρχου Αυγουστίνου Καντιώτη, από τον οποίο μυήθηκε στην Ιεραποστολή και το ακούραστο και φλογερό του σθένος. Με τον παπα-Κοσμά μάς συνδέουν δύο σπουδαία γεγονότα. Το πρώτο, ότι είμαστε και οι δύο ομογάλακτοι Ριζαρίτες σπουδαστές, και το δεύτερο ότι είχαμε κοινό πνευματικό Πατέρα, τον Μακαριστό π. Γεώργιο Καψάνη, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους. Η μορφή του μακαριστού π. Κοσμά είναι σπάνια, διότι δεν ήταν μόνο ένας φλογερός Ιεραπόστολος, αλλά κατέβηκε στην Αφρική με μεγάλα οράματα. Δεν έκτιζε μόνο εκκλησίες και δεν δίδασκε μόνο το Ευαγγέλιο. Είχε καταλάβει, όπως ο προστάτης του Άγιος Ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός, ότι έθνος χωρίς κατά Θεόν μόρφωση δεν έχει μέλλον, γι αυτό έχτιζε σχολεία, δίδασκε τους ανθρώπους να καλλιεργούν την γη, τους πρόσφερε γεωργικά μηχανήματα, ίδρυσε την περίφημη φάρμα, από την οποία συντηρούσε το Ιεραποστολικό Κλιμάκιο και το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας, με πράξη και όχι με λόγια, δίδασκε στους ιθαγενείς την προσευχητική παράδοση της Εκκλησίας μας. Έτσι στο σύντομο πέρασμά του από το Κονγκό, υπήρξε φωτιστής και διαμορφωτής, όντως ένας επίγειος Άγγελος, που άφησε τα ίχνη του στις ψυχές των Αφρικανών, και το αίμα του μαρτυρίου του στην αγαπημένη Αφρική.» Ο πατήρ Δαμασκηνός Γρηγοριάτης, μοναχός κι αυτός της μονής Γρηγορίου, εκεί όπου ξεκίνησε τον μοναχικό του βίο και ο παπα- Κοσμάς ανέλαβε με τις ευχές του ηγουμένου Χριστοφόρου αλλά και της κατά σάρκα οικογένειας του ιερομονάχου πατρός Κοσμά να συλλέξει στοιχεία και μαρτυρίες ιθαγενών που τον συνάντησαν. Ο π. Δαμασκηνός ταξίδεψε, σήμερα 30 χρόνια μετά την κοίμηση του πατρός Κοσμά στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και αναφέρει: «Επιζούν ακόμη πνευματικά του τέκνα, εργάτες και ιερείς του. Αυτοί οι άνθρωποι ψάχνοντας μέσα στα θυλάκια της μνήμης τους είχαν πολλά να μας αποκαλύψουν. Γι αυτό, εκπληρώνοντας επιθυμία και άλλων φίλων της Ιεραποστολής από την Ελλάδα και την Ομογένεια, ήρθα να συνομιλήσω με τους πρώτους χριστιανούς και παλαιούς συνεργάτες του π. Κοσμά. Κατά την πολυετή επαφή και συναναστροφή μου, με ιερείς, συνεργάτες και νέους του Κλιμακίου μας, είχα πληροφορηθεί αρκετά θαυμαστά σημεία, αλλά καθώς άρχισα την συλλογή μαρτυριών, δεν ανέμενα μία τέτοια πληθώρα άγνωστων μέχρι σήμερα γεγονότων. Άνθρωποι, τους οποίους γνώριζα ελάχιστα ή και καθόλου, όταν έμαθαν ότι ενδιαφέρομαι να γράψω ιστορίες και γεγονότα από την ζωή και τους αγώνες του π. Κοσμά, ήρθαν αυθόρμητα να μου μιλήσουν. Διηγούνταν με απλότητα και ειλικρίνεια, καθώς τέτοια είναι και η ζωή τους, απλοϊκή και ανεπιτήδευτη. Η αγάπη του απέναντί τους ήταν ολοκληρωτική και αστείρευτη. Περιορίστηκα να συνομιλήσω με ανθρώπους ορθοδόξους χριστιανούς μας, που έζησαν μαζί του. Τον βοήθησαν, τον αγάπησαν. Δέχθηκαν τις ευεργετικές του προσφορές. Οφείλω να σημειώσω ότι δεν κατέγραψα προσωπικές μου θέσεις, αλλά επεδίωξα να αποτυπώσω στο χαρτί γεγονότα και μαρτυρίες που συνέλεξα και διασταύρωσα ως προς την αλήθεια και την αξιοπιστία τους από τους ιεραποστολικούς συνεργάτες, κληρικούς και λαϊκούς, που γνώρισαν, έζησαν και αγωνίστηκαν στο πλευρό του μάρτυρα Ιεραποστόλου. Ο τελευταίος λόγος ανήκει στον Κύριο της Δόξης, για τον Αμπελώνα του Οποίου «ηνάλωσεν εαυτόν» ολοκληρωτικά, ο ακούραστος εργάτης Του. Προσωπικώς, τον τιμώ εκ μέσης καρδίας ως έναν μεγάλο Ιεραπόστολο των ημερών μας, που ως άγγελος άνοιξε τα φτερά του, αγκάλιασε τον λαό του Κονγκό ευαγγελιζόμενος Χριστόν και ως «ολοκάρπωμα θυσίας» (Σοφ. Σολ. 3,6) χάρισε το σώμα του στην λαβωμένη αφρικανική Γη.» ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ Ο μητροπολίτης Κατάγκας Μελέτιος, που ζει από το 1989 έως τις μέρες μας στο Κονγκό, αδελφός και ο ίδιος της αγιορείτικης μονής Οσίου Γρηγορίου περιγράφει την δική του συνάντηση με τον μάρτυρα Ιεραπόστολο: «Τον παπα-Κοσμά, όπως είναι γνωστό, τον συνέστησε στην συνοδεία μας ο Άγιος Παΐσιος. Η Αδελφότητά μας τον δέχθηκε τον Δεκέμβριο του 1977. Αρχικά δεν τον γνώριζα, ούτε είχαμε ιδιαίτερη επαφή, γιατί εκείνος εργαζόταν ιεραποστολικά στο Κολουέζι του Ζαΐρ (σημερινό Κονγκό). Γνωριστήκαμε καλύτερα και επικοινωνήσαμε ουσιαστικά το καλοκαίρι του 1988, πριν από το τέλος του, όταν ήρθε για ξεκούραση και για πνευματικό ανεφοδιασμό στο Μοναστήρι. Θυμάμαι ότι, εκείνο το διάστημα, ο Γέροντάς μας τα απογεύματα κάποιων Κυριακών, έκανε συνάξεις στο Κοιμητήριο της Μονής. Σε μία απ’ αυτές ο παπα-Κοσμάς μας μίλησε για το ιεραποστολικό έργο και τις δυσκολίες του. Μετά την σύναξη ο Γέροντας μας είπε: “Είδατε, Πατέρες, τι θαυμαστά πράγματα ζούμε με τον παπα-Κοσμά; Φαίνεται ότι πράξαμε ορθά κάνοντας υπακοή στον Γερο-Παΐσιο και τον δεχθήκαμε, όταν μας τον έφερε εδώ ο παπα-Σπυρίδων από την Νέα Σκήτη. Πράγματι ήταν από τον Θεό που κάπως γρήγορα τον κείραμε μοναχό και τον χειροτονήσαμε. Και βλέπετε τι έργο κάνει! Να μην έχετε κανένα λογισμό, γιατί είμαστε σε σωστό δρόμο και πράξαμε σωστά που δεχθήκαμε να πάει στην Αφρική.” Ένα πρωινό, περνώντας ο παπα-Κοσμάς απ’ το κελί μου, είδε ανοιχτή την πόρτα και με ευχάριστη διάθεση μου λέει: “Έλα, παπα-Μελέτη, να μου ψάλεις ένα Άξιόν εστι!” Πήγα να τον αποφύγω, διότι δεν ήθελε απλά να με ακούσει να ψάλω, αλλά και να με βιντεοσκοπήσει για να το δείξει κάτω στους γηγενείς του ιεραποστολικού Κλιμακίου. Ωστόσο του έκανα το χατήρι. Όταν τελείωσα, γυρίζει ξαφνικά και μου λέει: – Εσύ θα είσαι ο διάδοχός μου. Με ξάφνιασε ο λόγος του και τον ρώτησα: – Καλά εσύ πού θα πας; – Ε, εγώ μεγαλώνω τώρα, μου απάντησε. Αναρωτιόμουν μέσα μου, τι είναι αυτά που μου λέει, τι σχέση έχω με την Αφρική. Στο τέλος του είπα: – Παπα-Κοσμά, τι διάδοχος; Τι σχέση έχω εγώ με την Ιεραποστολή; Εγώ θα προσεύχομαι για σένα κάνοντας κομποσχοίνι από εδώ! Για τον θάνατο του παπα-Κοσμά πληροφορήθηκα ευρισκόμενος στη Μονή της μετανοίας μου. Το Σάββατο 28 Ιανουαρίου 1989, δύο μέρες μετά από το γεγονός που προανέφερα, χτύπησε την πόρτα του κελιού μου ο πατήρ Βασίλειος αναστατωμένος, λέγοντας: – Παπά, παπά, πήρε η αδελφή Ξένη από το Ζαΐρ και είπε ότι σκοτώθηκε ο παπα-Κοσμάς! Σάστισα και του λέω: – Τι έκανε, λέει; Σκοτώθηκε ο παπα-Κοσμάς; – Ναι, μου απάντησε, επέστρεφε από Λουμπουμπάσι για το Κολουέζι και στον δρόμο, χθες το βράδυ, έγινε το ατύχημα. Λεπτομέρειες για το τροχαίο έμαθα, όταν πήγα στην Ιεραποστολή. Καθώς ο πατήρ Κοσμάς, επιστρέφοντας από ιεραποστολική περιοδεία, οδηγούσε από την μεγαλούπολη του Λουμπουμπάσι προς την έδρα της Ιεραποστολής στο Κολουέζι, από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ένα ημιφορτηγό όχημα που κουβαλούσε κάρβουνο και η καρότσα του προεξείχε σε σχέση με το κουβούκλιο του οδηγού, συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με το LANDROVER του Ιεραποστόλου. Ο παπα-Κοσμάς εξέπνευσε αμέσως μετά το χτύπημα. Πολύ λίγο τραυματίστηκε ο Μωυσής, ο γηγενής που τον συνόδευε στα ταξίδια, ενώ ο Έλληνας Πρόξενος κ. Διονύσιος Κυβετός, που τυχαία συνταξίδευε μαζί τους, δεν έπαθε το παραμικρό. Το αυτοκίνητο έγινε συντρίμμια. Όταν σκοτώθηκε ο παπα-Κοσμάς, είχε έρθει στην Μονή μας ο μακαριστός Μητροπολίτης Κεντρώας Αφρικής Τιμόθεος και παρακάλεσε τον Γέροντα Γεώργιο Καψάνη να στείλει άνθρωπο από την αδελφότητά μας, για να μην αφεθεί το έργο χωρίς επικεφαλής και διαλυθεί. Έλεγε ότι χιλιάδες άνθρωποι που βαπτίστηκαν, τον ρωτούσαν τι θα γινόταν τώρα. “Θα μας αφήσετε να χαθούμε; Να ξαναγυρίσουμε πάλι στους καθολικούς;” Το ίδιο ρωτούσαν και οι ιερείς. Το έργο κινδύνευε να σβήσει χωρίς έναν υπεύθυνο. Ο Γέροντάς μας είχε μεγάλη ευαισθησία, αγάπησε το έργο του παπα-Κοσμά και του στοίχισε το αιφνίδιο τέλος του. Δεν ήθελε να αφήσουμε τους χριστιανούς αβοήθητους και το έργο να καταστραφεί. Τις επόμενες μέρες, ένα πρωινό, καθώς χτύπησε η καμπάνα για την ακολουθία, έρχεται ένας αδελφός και μου λέει: “Σε θέλει γρήγορα ο Γέροντας επάνω”. Πήγα, τον βρήκα και κάναμε τον εξής διάλογο: – Γέροντα, τι συμβαίνει; – Κάτσε και θα σου πω. Σε ρώτησα προχθές, ποιον θα στείλουμε στην Ιεραποστολή και μου απάντησες ότι είναι δικό μου θέμα. Δεν νομίζεις ότι πρέπει να πας εσύ; – Γέροντα, εγώ; Ξυπόλητος στα αγκάθια; – Ναι! Πήγαινε και θα δεις. Θα περπατάς και ξυπόλητος μέσα στα αγκάθια! Θα δεις μεγάλα και θαυμαστά πράγματα! Και όντως, βγήκε αληθινή η πρόρρηση του αγίου Γέροντά μας. Όταν τα πρώτα χρόνια συναντούσα ποικίλες δυσκολίες, πήγαινα πολλές φορές στο μνήμα του παπα-Κοσμά και ζητούσα την βοήθειά του. Ακόμη και τώρα, όταν έρχονται αναποδιές και εμπόδια, πάω στον τάφο του και του λέω με παράπονο: “Παπα-Κοσμά, με μπέρδεψες. Τι μου έκανες; Μου άλλαξες την ζωή!” και του ζητώ να μεσιτεύσει για το έργο. Και οφείλω να ομολογήσω με πάσα ευθύνη και ειλικρίνεια ότι όλα διευθετούνται και βαίνουν κατ᾽ ευχήν. Στο σημείο αυτό πρέπει να διηγηθώ ένα περιστατικό που συνέβη τέσσερις μήνες αφότου είχα κατέβει στο Κολουέζι. Μια μέρα με τον παπα-Κύριλλο, πνευματικό παιδί και από τους πρώτους συνεργάτες του παπα-Κοσμά, ταξιδεύαμε προς το Λουμπουμπάσι για θέματα της Ιεραποστολής. Κατά την διαδρομή σταματήσαμε στο χωριό Σοφουμουάνγκο που είχε συμβεί το τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα του παπα-Κοσμά. Υπήρχαν τότε κάποιες καλύβες και οι λιγοστοί γηγενείς δεν ήταν ορθόδοξοι. Αφού ολοκληρώσαμε τις δουλειές, πήγαμε στο σπίτι της Εκκλησίας για ξεκούραση. Κάποια στιγμή ήρθαν γηγενείς κάτοικοι από το Σοφουμουάνγκο. Ο πρώτος που κρατούσε ένα μπουκάλι στα χέρια του, μου εξήγησε ότι το μπουκάλι περιείχε Άγιο Μύρο. Τον ρώτησα έκθαμβος: “Πού το βρήκες εσύ;”. Τότε μου διηγήθηκε το παρακάτω θαυμαστό περιστατικό. Όταν έγινε το ατύχημα με τον παπα-Κοσμά, οι χωρικοί έτρεξαν να πάρουν κάποια πράγματα που διασκορπίστηκαν από το αυτοκίνητο. Συμβαίνει συχνά, λόγω της μεγάλης φτώχειας, όταν γίνονται θανατηφόρα τροχαία, οι άνθρωποι να προβαίνουν σε αρπαγές. Ο χωρικός αυτός, λοιπόν, πρόλαβε και πήρε το μπουκάλι, που θεωρούσε ότι το περιεχόμενό του ήταν λάδι. Επιθυμούσε, όπως μου εξήγησε, να το χρησιμοποιήσει για τηγάνισμα. Ένα βράδυ, στον ύπνο του, του εμφανίστηκε ο παπα-Κοσμάς και του είπε αυστηρά: “Πρόσεχε, μη το χρησιμοποιήσεις, γιατί αυτό είναι Άγιο Μύρο για τις Βαπτίσεις των χριστιανών. Θα το πάρεις και θα το πας στο Λουμπουμπάσι, στον υπεύθυνο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής και θα το δώσεις”. Συγκινημένος, πήρα στα χέρια μου το Άγιο Μύρο και τους ευχαρίστησα. Ήταν τόσο μεγάλη η ευλογία του αναπάντεχου αυτού θείου δώρου! Το εξέλαβα σαν να προερχόταν από τα μαρτυρικά χέρια του παπα-Κοσμά, μήνυμα συμπαράστασης και ενθάρρυνσης του αγώνα μας από την θριαμβεύουσα Εκκλησία.» Ο ιθαγενής Μωυσής Kalenga, ένας από τους πρώτους συνεργάτες του παπα-Κοσμά επέβαινε μαζί του στο αυτοκίνητο την νύχτα του δυστυχήματος διηγείται από την κοινή τους πορεία: «[…] Κάποια μέρα ξεκινήσαμε από το Κολουέζι να πάμε στην πόλη Κανιάμα, που είναι μακριά οκτακόσια χιλιόμετρα. Φθάσαμε εκεί μετά από δεκατρείς ώρες ταξίδι. Την Κυριακή ο π. Κοσμάς έκανε Θεία Λειτουργία και την επόμενη μέρα ετοιμαστήκαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι μας για την γειτονική πόλη Κάμινα. Σ’ όλο το ταξίδι έβρεχε καταρρακτωδώς. Στα δέκα χιλιόμετρα, αφ᾽ ότου αναχωρήσαμε, ένας δυνατός κεραυνός χτύπησε το αυτοκίνητό μας, το οποίο ακινητοποιήθηκε και από την μηχανή του έβγαιναν καπνοί. Η βροχή ήταν τόσο δυνατή, που δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε, ούτε να βγούμε από το αυτοκίνητό μας. Ο π. Κοσμάς, χωρίς να απελπιστεί, πήρε το κομποσχοίνι του και άρχισε να λέει την ευχή: “ Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν μας. Για Σένα εργαζόμεθα …”. Μετά από δέκα λεπτά σταμάτησαν να βγαίνουν καπνοί από το αυτοκίνητο. Του είπαμε να σπρώξουμε για να βγούμε από την λάσπη. Μας είπε: “Θα βοηθήσει ο Θεός και θα βγούμε..!”. Πράγματι, έβαλε την μηχανή εμπρός και ξεκινήσαμε. Φθάσαμε στην Κάμινα.[…]. Την εποχή εκείνη χτίζαμε τα θεμέλια του οικοτροφείου των αγοριών μας, πίσω από το κτίριο της Ιεραποστολής. Ο π. Κοσμάς, χωρίς να το αντιληφθεί, πάτησε μία χειροβομβίδα απομεινάρι των εμφυλίων πολέμων. Αμέσως μας είπε: “Φύγετε μακριά, κινδυνεύετε”. Αφού απομακρυνθήκαμε όλοι, μετά έτρεξε κι εκείνος να φύγει. Το θαυμαστό είναι ότι η χειροβομβίδα εξερράγη μετά από δέκα λεπτά. Δεν σκοτώθηκε κανείς, διότι μας φύλαξε ο Θεός». Η Μάμα Ρεβέκκα Kazi από το Κολουέζι εκμυστηρεύτηκε στον μοναχό Δαμασκηνό: «[…] Κάποτε ο άνδρας μου αρρώστησε και είχε δυνατούς πόνους στο στομάχι. Θυμάμαι ότι έπεσε κάτω στο δάπεδο και βογκούσε. Εγώ ήμουν έγκυος στο προτελευταίο παιδί μας, τον Γεώργιο. Τα δύο παιδιά μου, επίσης, την Καλλιόπη και τον Ανδρέα, τα είχα στο κρεβάτι άρρωστα από ελονοσία. Με την βοήθεια των γειτόνων μεταφέραμε τον Ισαάκ στο κοντινό Νοσοκομείο της εταιρείας G.C.M. Είχε πέσει τελείως ο αιματοκρίτης του. Ήταν ετοιμοθάνατος. Οι γιατροί περίμεναν ότι θα πεθάνει. Την νύχτα ο Ισαάκ είδε τον παπα-Κοσμά στον ύπνο του. Πήγε κοντά του, τον έπιασε από το χέρι και του είπε: “Ισαάκ, σήκω πάνω, μην κοιμάσαι”. Στην συνέχεια τον βοήθησε και τον έβγαλε έξω από το Νοσοκομείο. Μετά από δύο μέρες ο άνδρας μου συνήλθε, είχε ανέβει ο αιματοκρίτης του. Τελικά επέστρεψε στο σπίτι μας. Οι γιατροί απορούσαν και μας ρωτούσαν σε ποια εκκλησία ανήκουμε» Ο κ. Θωμάς Kipazula από την Μπουτούμπα καταθέτει στον π. Δαμασκηνό την δική του ιστορία για το πώς γνώρισε σε ενύπνιο τον παπα-Κοσμά και έγινε Ορθόδοξος: «[…]. Κάποια μέρα πήγα για ψάρεμα στο ποτάμι. Επιστρέφοντας στο σπίτι μου έπεσα άρρωστος στο κρεβάτι. Για μέρες δεν μπορούσα ούτε να κινηθώ. Ένα βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι ένα αυτοκίνητο σταμάτησε κοντά στο σπίτι μου. Άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας λευκός με λευκά ρούχα και μεγάλη γενειάδα. Κρατούσε στα χέρια του κι ένα βαλιτσάκι. Εγώ φοβήθηκα πολύ. Ανοίγοντας το βαλιτσάκι με ρώτησε: – Γνωρίζεις ποιος είμαι; – Όχι, του απάντησα. – Εγώ είμαι ο Ορθόδοξος παπάς. Με λένε παπα-Κοσμά και πέθανα πριν από λίγα χρόνια. Πήγαινε στην εκκλησία των Ορθοδόξων και πες εκεί στον κατηχητή και στους χριστιανούς να κάνουν προσευχή για σένα και θα γίνεις καλά. Πράγματι πήγα και βρήκα τον κατηχητή Απόστολο και του εξιστόρησα το όνειρό μου. Εκείνος απόρησε, πως ένας μη Ορθόδοξος είδε στον ύπνο του τον π. Κοσμά. Άρχισε να μου μιλάει για την ζωή του π. Κοσμά και με συγκίνησε. Δέχθηκα να παρακολουθήσω μαθήματα κατήχησης και μετά από αρκετό διάστημα, ο π. Μελέτιος με βάπτισε, δίνοντάς μου το όνομα Θωμάς. Την περίοδο της κατήχησης, πριν βαπτιστώ, η γυναίκα μου ήταν έγκυος. Αλλά ήταν αδύνατον να γεννήσει φυσιολογικά και κόντεψε να πεθάνει. Τότε θυμήθηκα το όνειρο με τον παπα-Κοσμά και με πόνο στην καρδιά μου φώναξα δυνατά: “Πάτερ Κοσμά, έλα να με βοηθήσεις..!”. Το βράδυ τον είδα στον ύπνο μου ακριβώς ίδιο, όπως και την προηγούμενη φορά. Μου μίλησε και μου είπε: “Πήγαινε και πες στους ορθοδόξους να κάνουν προσευχή.” Πράγματι η γυναίκα μου γέννησε χωρίς κίνδυνο ένα αγοράκι. Το βαπτίσαμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και του δώσαμε το όνομα Κοσμάς.» Ο μοναχός Δαμασκηνός περιγράφει μια ακόμη εμπειρία θαυμαστή που βίωσε στο Κολουέζι ο ίδιος ενάμιση χρόνο μετά την κοίμηση του πατρός Κοσμά : «[…] Στις 28 Ιουλίου του 1991, όταν τελειώσαμε το βραδινό μάθημα του ιερατικού σεμιναρίου, μαζί με όλους τους Ιερείς, που ήταν τότε περί τους δεκαπέντε, ξεκινήσαμε για την γειτονική εκκλησία της Ιεραποστολής για το Μικρό Απόδειπνο. Προχωρώντας προς την εκκλησία, οι Ιερείς σταμάτησαν ξαφνικά και εκστατικοί αναφωνούσαν και έλεγαν: “Κοιτάξτε, τι ακτίνες είναι αυτές που βγαίνουν από τον τάφο του π. Κοσμά!’. Εγώ τους ακολουθούσα τελευταίος. Αλλά δεν αξιώθηκα να δω αυτό το θαυμαστό σημείο. Τους ρωτούσα να μου πουν, τι έβλεπαν. Και μου περιέγραψαν ότι έβλεπαν να βγαίνει φως σαν ακτίνες του ήλιου από τον τάφο του π. Κοσμά. Ήταν τόσο ψηλές που ξεπερνούσαν στο ύψος και την γύρω δεντροστοιχία! Μία άλλη φορά, παιδιά του Οικοτροφείου μού ανέφεραν ότι, καθώς έμπαιναν για το Απόδειπνο στην εκκλησία, άκουσαν κουδουνίσματα θυμιατού κοντά στον τάφο του π. Κοσμά, χωρίς να βλέπουν άνθρωπο! Άλλοτε πάλι, αισθάνονταν την οσμή θυμιάματος, χωρίς να λιβανίζει κάποιος!» Ο π. Κοσμάς έμεινε για πάντα στο Κολουέζι, αφού οι ιθαγενείς δεν άφησαν ούτε το μοναστήρι, ούτε την οικογένειά του να πάρει το σώμα στην Ελλάδα. Προσπερνώντας τον νόμο που δεν επιτρέπει να θάβονται οι ξένοι μέσα στην πόλη, “τους δόθηκε τούτος ο ξένος” στη γη τους και στην καρδιά τους και ψάλλουν στα Σουαχίλι γι’ αυτόν “ sasa na siku yote a ta milele na milele amin ” Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Στη συνείδησή τους και στη ζωή τους ο π. Κοσμάς είναι ο δικός τους Uatakatifou. ( Άγιος ) Ευχαριστούμε την κατά σάρκα οικογένεια Ασλανίδη, του πατρός Κοσμά και τον μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη για το φωτογραφικό και ερευνητικό υλικό που παραχώρησαν στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”. Ολοκληρωμένο το υλικό συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “ Ένας άγγελος στην λαβωμένη γη ” που προλογίζει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας το οποίο κυκλοφορεί από τον σύνδεσμο “Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός” με έδρα τη Θεσσαλονίκη. ___________ Σοφία Χατζή δημοσιεύθηκε στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 28.11.2018

Η Παναγία η Γαλακτινή, η Γαλακτοτροφούσα, του προσωρινώς κατεχόμενου χωριού Μάνδρες της Αμμοχώστου.

Τρίτη 8 Αυγούστου 2023 Έργο του 16ου αιώνα «Τὴν θείαν σου Εἰκόνα ὡς τῆς δόξης σου σκήνωμα, Γαλακτοτροφοῦσα Παρθένε, προσκυνοῦντες δοξάζομεν· ἐκ ταύτης γὰρ πηγάζεις μυστικῶς, τὸ γάλα τῶν ἀΰλων δωρεῶν, καὶ ἐκτρέφεις τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου ἀφάτῳ χρηστότητι.» Το εξωκκλήσι της Παναγίας «Γαλακτοτροφούσας» ή «Παναγίας Γαλακτινής» του προσωρινώς κατεχόμενου χωριού Μάνδρες της Αμμοχώστου πανηγύριζε στις 2 Φεβρουαρίου της Υπαπαντής, στις 2 Σεπτεμβρίου του Αγίου Μάμαντος, προστάτη του χωριού και στις 8 Σεπτεμβρίου επέτειο στο Γενέθλιόν Της! Δίπλα από το εξωκλήσι της Παναγίας βρισκόταν ένα μικρό κούφωμα ανάμεσα σε πυκνή βλάστηση όπου σταλακτίτες έσταζαν το Αγίασμά Της! Στην Πανάγιά Της χάρη άναβαν κερί οι μητέρες οι οποίες δεν είχαν γάλα μητρικό αρκετό ώστε να θηλάσουν το παιδί τους λαμβάνοντας αγίασμα το οποίο τοποθετούσαν στο στήθος τους για ευλογία κι όπως αναφέρουν οι μαρτυρίες τους μέχρι να επιστρέψουν στο σπίτι τους η Παναγία τις αξίωνε στα θαύματά Της! Ανάμεσα στις δεκάδες μαρτυρίες έχει μείνει στην ζώσα λαϊκή παράδοση η περίπτωση ενός άνδρα ο οποίος αμφισβητούσε τη μεσολάβηση της Παναγίας και με εγωισμό χλευάζοντας τις γυναίκες πήγε και τοποθέτησε αγίασμα στο στήθος του! «Να…! Θα βάλω και εγώ αυτό πού λέτε εσείς αγίασμα να δούμε αν θα κατεβάσω γάλα !!!» Μέχρι να φτάσει στο σπίτι του, το στήθος του φούσκωσε προκαλώντας του πόνο από το γάλα θαύμα του αγιάσματος! Όταν αναζήτησε βοήθεια από γιατρό του χωριού, τον συμβούλεψε να επιστρέψει στην Παναγία και να Της ζητήσει να τον συγχωρέσει! Τον Σεπτέμβριο του 1973, ένα έτος πριν από την τουρκική εισβολή είδαν οι πιστοί την Παναγία να δακρύζει κατά τη διάρκεια της περιφοράς του ιερού Της εικονίσματος, ο μακαριστός ιερέας Παπαδημήτρης Τσαγκάρη προκειμένου να αποκλείσει την πιθανότητα να είναι σταγόνες από το καντήλι Της, πήρε το εικόνισμα μες το ιερό όπου και πάλι τα δάκρυα εμφανίστηκαν Ένας πιστός με συντριβή είπε σαν να προφήτευε την εισβολή «..θα μας πιάσουν οι Τούρκοι, την εκκλησία αυτή θα την χαλάσουν και δεν θα ξαναλειτουργηθεί…» Ευλογημένα καλοτάξιδη την πανηγυρικά αναστάσιμη Κυριακή ημέρα σε όλους μας εύχομαι και προσεύχομαι να λαμπρυνθούν με του Χρυσοσώτηρος Χριστού το φως οι καρδιές και οι λογισμοί όλων όσων άθυρμα στα χέρια τους μεταχειρίζονται την πορεία της μαρτυρικής μας Κύπρου, από τα πατήματα κάθε εισβολέα η Μεγαλόχαρή μας Παναγία να μας απαλλάξει, να φλογίζει την τρεμάμενη δική μας σπίθα σε μπουρλότο πίστεως ακλόνητης τόσο που να Την πείσουμε πόσο επιθυμούμε την ελευθερία μας! Δέσποινα Αικατερίνης Ανδρέα Τενίζη