Πως η αχρήματη κοινωνία οδηγεί στην ολοκληρωτική υποδούλωση.

Αυτοί που καταπονούνται χάριν της ευσεβείας(Μέγας Βασίλειος)

Δὲν ξαφνιάζουν οἱ γεωργικοὶ κόποι τοὺς γεωργούς, οὔτε εἶναι ἀπροσδόκητη ἡ θαλασσινὴ φουρτούνα γιὰ τοὺς ναῦτες, ὅπως καὶ ὁ ἱδρώτας δὲν παραξενεύει τοὺς ἐργάτες κατὰ τὸ καλοκαίρι, ἔτσι δὲν εἶναι ἐκτὸς προγράμματος καὶ ἡ θλίψη τῆς παρούσας ζωῆς, γιὰ ἐκείνους ποὺ διάλεξαν τὴ ζωὴ τῆς εὐσεβείας. Ἀλλὰ στὸ καθένα ἐπάγγελμα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρθηκαν ἔχει συνταιριαχθεῖ ἀνάλογος κόπος πού μας εἶναι γνωστός, αὐτοὶ δὲ ποὺ μετέχουν στὸ ἐπάγγελμα, τὸν ἀναδέχονται τὸν πόνο αὐτό, ὄχι βέβαια γιατί τοὺς ἀρέσει νὰ κοπιάζουν, ἀλλὰ διότι περιμένουν νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἐκεῖνα – τὰ ἐπαγγέλματα – ἀποδίδουν. Διότι οἱ ἐλπίδες ποὺ συγκρατοῦν καὶ συναρμόζουν ὁλόκληρο τὸν βίο τῶν ἀνθρώπων γλυκαίνουν καὶ παρηγοροῦν τὴ δυσκολία ποὺ ἔχει τὸ καθένα ἐπάγγελμα. Καὶ ἄλλοι μὲν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κοπιάζουν γιὰ τοὺς καρποὺς τῆς γῆς ἢ γιὰ ἄλλα γήινα ἀγαθά, ἔχασαν παντελῶς τὶς ἐλπίδες τους καὶ ἀπόλαυσαν τὰ ἀγαθὰ ποὺ περίμεναν μονάχα μὲ τὴ φαντασία τους, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι εἰς τοὺς ὁποίους συνέβη νὰ ἀποβοῦν τὰ ἀποτελέσματα κατὰ τὴν ἐπιθυμία τους, ἀναγκάσθηκαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἐλπίσουν καὶ μία δεύτερη φορᾶ, ἀφοῦ ἡ πρώτη τους ἐλπίδα γρήγορα ἔφυγε καὶ μαράθηκε. Μονάχα σ’ αὐτοὺς ποὺ καταπονοῦνται χάριν τῆς εὐσεβείας δὲν ἐξαφάνισε τὶς ἐλπίδες τὸ ψεῦδος, οὔτε τὸ ἀποτέλεσμα κατάστρεψε τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ βραβεῖα τους, ἐφόσον αὐτοὺς τοὺς παραλαμβάνει μόνιμη καὶ ἀσφαλὴς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Νὰ μή σας ταράζει λοιπὸν καμιὰ συκοφαντία, μήτε φοβέρα τῶν κρατούντων νὰ σᾶς τρομάζει, οὔτε καὶ νὰ σᾶς λυπεῖ εἰρωνεία καὶ ὕβρις τῶν γνωστῶν σας ἀνθρώπων, οὔτε κρίση δυσμενὴς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ προσποιοῦνται ὅτι σας νοιάζονται κρύβοντας τὶς δόλιες προθέσεις τοὺς κάτω ἀπὸ συμβουλές, τίποτε νὰ μή σας τρομάζει ἐφόσον μαζί σας συναγωνίζεται ὁ λόγος (τὸ δόγμα) τῆς ἀληθείας. Ἀντιμέτωπος ὅλων αὐτῶν ἂς μάχεται ὁ ὀρθὸς λογισμὸς καὶ ἂς παρακαλεῖ νὰ τοῦ γίνει σύμμαχος ὁ Διδάσκαλος τῆς εὐσεβείας, ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός, χάριν τοῦ ὁποίου εἶναι γλυκὺ πράγμα νὰ πάσχει κανεὶς καὶ τὸ νὰ πεθάνει εἶναι κέρδος.

Είναι παρηγοριά να είσαι χριστιανός μέσα στον χρόνο

Κάθε που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου η σκέψη μας πηγαίνει προς τα εμπρός. Θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι, ότι τα όσα έχουμε πετύχει θα τα κρατήσουμε, στα όσα δυσκολευτήκαμε θα βρούμε απαντήσεις, οι άλλοι θα είναι δίπλα μας και όχι απέναντί μας και θα έχουμε υγεία και χαρά. Γεμάτο το ευχολόγιο των ιθυνόντων. Διαφημίσεις και μηνύματα παντού, τόσο τετριμμένα που κανείς δεν τα δίνει σημασία. Απλά πρέπει να μπούνε για να μην κατηγορηθούν οι αμελήσαντες ότι δεν νοιάζονται για τη γνώμη των άλλων. Κάθε που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου πονάνε τα τραύματα του χτες. Κατανοούμε ότι δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, πως ό,τι ζήσαμε δεν γιατρεύεται από τον χρόνο, ούτε μπορούμε να το ξαναζήσουμε, αν δεν ήταν κάτι καλό. Κι όμως. Ο λογισμός μάς ταλαιπωρεί, καθώς θα θέλαμε η ζωή μας να εξαρτάται από εμάς, τα γεγονότα να τα διαμορφώνουμε καθώς επιθυμούμε. Έτσι, η αλλαγή του χρόνου συχνά φέρνει μια μελαγχολία. Ο κόσμος προσπαθεί να την ξεπεράσει με γιορτές, εκδηλώσεις, ρεβεγιόν, νυχτερινή διασκέδαση. Τα προγράμματα των τηλεοπτικών καναλιών την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πανομοιότυπα, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, το μαρτυρούν. Να ξεδώσουμε. Αυτός είναι ο τρόπος. Να ξεχαστούμε. Υπάρχει κι ένας δρόμος λίγο διαφορετικός. Είναι το να συλλογιστούμε τι σημαίνει να είσαι χριστιανός μέσα στον χρόνο. Να μπορείς να δεις τη δωρεά του, καθώς μέσα σ’ αυτόν ζούμε και υπάρχουμε ως πρόσωπα, και σε δύο άλλες διαστάσεις. Η μία είναι η λειτουργική. Ο χρόνος είναι για μας «καιρός», ευκαιρία, ώρα, στιγμή να ζήσουμε τη ζωή μας με δοξολογία προς τον Θεό. Να Τον ευχαριστήσουμε που έγινε άνθρωπος για μας. Που μας δίδαξε και μας διδάσκει την αγάπη. Που δεν αφήνει τον θάνατο να μας καταπιεί. Κι αυτό το βιώνουμε ιδιαιτέρως κατά τη στιγμή της θείας λειτουργίας. Είναι πολύ ευλογημένη η ώρα αυτή. Συναντιόμαστε μεταξύ μας, με τον Χριστό, με τους αγίους, με τον κόσμο που έφυγε, τον κόσμο που είναι αυτή τη στιγμή, τον κόσμο που θα έρθει. Προσφέρουμε τα δώρα μας, τον άρτο και τον οίνο, και λαμβάνουμε σώμα και αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον. Και παίρνουμε κουράγιο, όχι για να σβήσει το χτες, αλλά για να προχωρήσουμε μ’ αυτό ως άνθρωποι τραυματισμένοι, αλλά και γιατρεμένοι, διότι με τον Χριστό καμιά πληγή δεν μπορεί να νικήσει την αγάπη. Η άλλη είναι η εσχατολογική. Ο χριστιανός ζει τον χρόνο ως προσδοκία. Περιμένουμε να συναντήσουμε τον Χριστό στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας. Στα πρόσωπα των οικείων μας, οι οποίοι δεν είναι πεδία ανταγωνισμού και εξουσίας, αλλά πρόσωπα αναφοράς, καθώς καλούμαστε αγαπώντας να ανοιχτούμε και στον κάθε άνθρωπο. Περιμένουμε όχι να περάσει ο χρόνος γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά διότι κάθε στιγμή μάς φέρνει πιο κοντά στην ώρα που η φθορά, το κακό, η αμαρτία δεν θα μπορούν να νικήσουν την αγάπη τού να είμαστε μαζί με τον Χριστό για πάντα. Περιμένουμε ανάσταση νεκρών και ζωήν αιώνιον για τους δικούς μας που έφυγαν, αλλά και για μας, όταν θα έρθει η ώρα. Και ξέρουμε πως τίποτα δεν πάει χαμένο, ιδίως όταν αυτό είναι σφραγισμένο από την αγάπη, η οποία ουδέποτε εκπίπτει. Είναι παρηγοριά να είσαι χριστιανός μέσα στον χρόνο. Παρηγοριά να ζεις τον χρόνο στην Εκκλησία.

Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Αλέξανδρος Νικολάεβιτς (Αρχάγγελσκι)

Ο ιερομάρτυς Αλέξανδρος γεννήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1874 στο χωριό Σόσκα της επαρχίας Λιπέτσκ. Ήταν γιος του ιεροψάλτη Νικολάου Αρχάγγελσκι. Το 1896 αποφοίτησε από το Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Ταμπώφ και την ίδια χρονιά διορίστηκε ιεροψάλτης σ’ έναν ναό της πόλης. Εκεί γνώρισε και νυμφεύθηκε την κόρη του πρωτοπρεσβυτέρου π. Καπίτωνος Αλεξέγιεφ Αικατερίνα. Η οικογένεια του π. Καπίτωνος ήταν μεγάλη και πολύ ευσεβής. Όλοι οι γιοι του έγιναν αργότερα ιερείς. Κάποτε η Αικατερίνα αρρώστησε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Ταμπώφ. Τότε ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να πάρει στο σπίτι του μια ορφανή κοπέλα που ήταν κουφή, τη Μαρία, για να τον βοηθάει στις δουλειές. Κάποια μέρα ο Αλέξανδρος και η Μαρία μίσθωσαν μιαν άμαξα και κίνησαν για το νοσοκομείο. Στον δρόμο συνάντησαν ένα μικρό πλήθος πιστών ιερέων και λαϊκών, που λιτάνευαν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Καζάν. Ο Αλέξανδρος είπε στον αμαξά να σταματήσει. Κατέβηκε από την άμαξα και, πλησιάζοντας τους πιστούς που μετέφεραν την εικόνα, τους παρακάλεσε ν’ αφήσουν και το κουφό κορίτσι να την κρατήσει για λίγο. Εκείνοι δέχτηκαν πρόθυμα. Ύστερα έψαλαν όλοι μαζί Παράκληση. Μόλις τελείωσαν, ο Αλέξανδρος και η Μαρία ανέβηκαν πάλι στην άμαξα και συνέχισαν τον δρόμο τους. Καθώς περνούσαν από μια γέφυρα, ένα αστροπελέκι έσχισε τον μολυβένιο ουρανό και σχεδόν αμέσως μια δυνατή βροντή ακούστηκε. Η Μαρία τρόμαξε και άρχισε να σταυροκοπιέται. – Τι συμβαίνει, Μαρία; τη ρώτησε με έκπληξη ο Αλέξανδρος. Μήπως άκουσες τη βροντή; – Ναι, την άκουσα! Τώρα ακούω! Ακούω πολύ καλά! απάντησε η κοπέλα ολόχαρη. Δόξασαν και οι δύο τον Θεό για το θαύμα που είχε κάνει με τη μεσιτεία της Παναγίας Μητέρας Του. Σε ηλικία τριάντα χρονών ο Αλέξανδρος χειροτονήθηκε διάκονος και διορίστηκε στον ναό του χωριού Στοροζεβί Βισέλκι της επαρχίας Βορονέζ. Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ήδη τότε είχε επτά παιδιά. Ωστόσο, πονόψυχος καθώς ήταν, όταν πέθανε ένα ανδρόγυνο της ενορίας του, πήρε στο σπίτι του τα δύο ορφανά παιδιά τους. Σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές πλήθος πιστοί κατέφθαναν στο Στοροζεβί Βισέλκι από τα γύρω χωριά. Πολλοί απ’ αυτούς φιλοξενούνταν στο σπίτι του π. Αλεξάνδρου. Ο καλός ιερέας έστρωνε σανό στο πάτωμα και εκεί κοιμόντουσαν οι προσκυνητές, ο ένας δίπλα στον άλλον. Η Αικατερίνα, πάλι, μολονότι ήταν φιλάσθενη, τους διακονούσε όλους με χαρά και αγάπη. Κάποτε ο π. Αλέξανδρος πήγαινε με άμαξα στην πόλη Ούσμαν, στο γυμνάσιο της οποίας φοιτούσαν μερικά από τα παιδιά του. Περνώντας από ένα χωριό, είδε ένα σπίτι να καίγεται. Χωρίς χρονοτριβή, σταμάτησε την άμαξα, κατέβηκε κι έτρεξε κατά ‘κει. Από τους χωρικούς, που ήταν μαζεμένοι ολόγυρα, πληροφορήθηκε ότι μέσα στο φλεγόμενο σπίτι βρισκόταν ένα τρίχρονο κοριτσάκι, που οι γονείς του έλειπαν. Όλοι έκλαιγαν και φώναζαν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να κάνει ό,τι αδίστακτα έκανε αμέσως ο φιλάνθρωπος ιερέας: Χώθηκε στις φλόγες κι έβγαλε το κοριτσάκι ζωντανό, λίγο πριν καταρρεύσει η σκεπή του σπιτιού. Δεν περίμενε να τον ευχαριστήσουν και να τον τιμήσουν. Γύρισε βιαστικά στην άμαξά του κι έφυγε. Το 1917 οι μπολσεβίκοι, με το που κατέλαβαν την εξουσία, απαίτησαν από τον π. Αλέξανδρο να εγκαταλείψει το σπίτι του, για να το κάνουν σχολείο. Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. Στη συνέχεια ζήτησαν να τους παραδώσει τα έπιπλά του, καθώς και όλα τα εκκλησιαστικά περιοδικά και βιβλία του. Τους τα έδωσε. Το σχολείο, ωστόσο, δεν λειτούργησε για πολύ. Οι δάσκαλοι και οι μαθητές άρχισαν ν’ αρρωσταίνουν ανεξήγητα ο ένας μετά τον άλλον. Οι χωρικοί κατάλαβαν πως οι αρρώστιες αυτές δεν ήταν τυχαίες. Συνδέοντάς τες με το γεγονός ότι τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι που είχαν αρπάξει οι μπολσεβίκοι από τον ιερέα του Θεού, απαίτησαν τη μεταφορά του σχολείου σε άλλο οίκημα. Και αυτό έγινε σύντομα. Το φθινόπωρο του 1918 οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν, δίχως καμιάν αφορμή, τη σύλληψη και την εκτέλεση του π. Αλεξάνδρου την παραμονή της εορτής της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου. Ο ιερέας γύρισε στο σπίτι του αργά το βράδυ κουρασμένος από τις ποιμαντικές μέριμνες και υποχρεώσεις της ημέρας. Ήταν μουσκεμένος από τη βροχή. Μπήκε στην κουζίνα και ετοιμάστηκε να ξαπλώσει πάνω στη χτιστή σόμπα για να στεγνώσει. Ξάφνου άκουσε ποδοβολητά αλόγων, που σταμάτησαν μπροστά στην αυλόπορτα. Κατάλαβε πως είχαν έρθει γι’ αυτόν. Δεν έχασε καιρό. Μπήκε στην τραπεζαρία, όπου κάθονταν η πρεσβυτέρα και τα παιδιά του, και τους είπε: – Ο Κύριος να σας σκεπάζει όλους! Φεύγω. Ήρθαν να με συλλάβουν. Μόνο ο Θεός μπορεί να με γλυτώσει από τα χέρια τους. Από ένα παράθυρο κατέβηκε στην πίσω αυλή και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Η πρεσβυτέρα άναψε ένα φανάρι και άνοιξε την πόρτα. Όρμησαν τότε μέσα τρεις οπλισμένοι άνδρες. Ένας απ’ αυτούς ρώτησε άγρια: – Ποιος μένει εδώ; – Ο ιερέας π. Αλέξανδρος Αρχάγγελσκι, του απάντησε η Αικατερίνα. – Πού είναι; – Ίσως σε κάποιο σπίτι για ιεροτελεστία ή στον μύλο. Χωρίς να πουν τίποτ’ άλλο, ερεύνησαν όλο το σπίτι. Έφυγαν, αφού αναποδογύρισαν τα πάντα. Στο μεταξύ ο π. Αλέξανδρος πήγε στο σπίτι μιας θεοσεβούμενης γριούλας, της Μάρθας Ιβάνοβνας, και την παρακάλεσε: – Κρύψε με! Με κυνηγούν οι κακούργοι. – Παππούλη, αποκρίθηκε εκείνη, όλοι γνωρίζουν ότι έρχεσαι στο σπίτι μου, όπως έρχομαι κι εγώ στο δικό σου. Θα σε αναζητήσουν, λοιπόν, εδώ. Καλύτερα είναι να φύγεις μακριά. Ο π. Αλέξανδρος άκουσε τη συμβουλή της και τράβηξε για το γειτονικό χωριό Μανσούρωφ. Βρήκε καταφύγιο στο σπίτι ενός πιστού χωρικού, που τον έκρυψε μέσα σ’ έναν σωρό σανό. Οι άθεοι εξουσιαστές μέσα στη νύχτα άρχισαν να ερευνούν τα σπίτια των πιστών το ένα μετά το άλλο. Δεν άργησαν να φτάσουν και στο σπίτι όπου ήταν κρυμμένος ο ιερέας. Κάποιος απ’ αυτούς έχωσε το ξίφος του κάμποσες φορές μέσα στον σανό. Με τη χάρη του Θεού, όμως, ο π. Αλέξανδρος διαφυλάχθηκε αβλαβής. Χαράματα έφυγε με τα πόδια για την πόλη Ούσμαν κι από ‘κει πήγε στο Βορονέζ. Ο επίσκοπος της επαρχίας τον διόρισε εφημέριο του ναού του χωριού Λιπόφκα, όπου υπηρέτησε δυόμισι χρόνια. Έπειτα τοποθετήθηκε διαδοχικά στα χωριά Μέτσεσκα και Μπουτουρλίνκα. Συνελήφθη ύστερ’ από χρόνια, στις 8 Απριλίου του 1930. Στη διάρκεια των ανακρίσεων αντιστάθηκε σθεναρά στις πιέσεις και δεν παραδέχθηκε καμία από τις ανυπόστατες κατηγορίες που του απέδωσαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 2 Αυγούστου, για την αγάπη του στον Χριστό και την Εκκλησία.

«Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»

«Ο άγιος Στέφανος, όταν κάποτε έγινε συζήτηση μεταξύ Ιουδαίων και Σαδδουκαίων και Φαρισαίων και Ελλήνων περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και άλλοι από αυτούς έλεγαν ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι ένας που πλανά τον κόσμο, άλλοι δε ότι είναι ο Υιός του Θεού, στάθηκε σε υψηλό τόπο και ευαγγελίστηκε σε όλους τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, λέγοντας: "Άνδρες αδελφοί, γιατί πληθύνθηκαν οι κακίες σας και ταράχτηκε όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος, που δεν δίστασε να πιστέψει στον Ιησού Χριστό. Διότι Αυτός είναι ο Θεός που έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε για τις αμαρτίες μας και γεννήθηκε από αγία και αγνή Παρθένο, η οποία είχε εκλεγεί πριν δημιουργηθεί ακόμη ο κόσμος. Αυτός πήρε τις αμαρτίες μας και βάστασε τις ασθένειές μας: έκανε τυφλούς να βρουν το φως τους, καθάρισε λεπρούς και έδιωξε τους δαίμονες". Αυτοί δε, όταν τον άκουσαν, τον οδήγησαν στο συνέδριο των Αρχιερέων. Διότι οι ίδιοι δεν μπορούσαν να αντισταθούν στη σοφία και στο Πνεύμα του Θεού με το Οποίο μιλούσε. Κι αφού εισήλθαν έβαλαν κάποιους άνδρες να πουν: «Ότι τον ακούσαμε να λέει βλάσφημα λόγια κατά του Ναού και κατά του Μωσαϊκού Νόμου», όπως τον κατηγόρησαν και για τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις ιερές Πράξεις των Αποστόλων. Όταν τον ατένισαν λοιπόν και είδαν όλοι το πρόσωπό του σαν πρόσωπο αγγέλου, μη υποφέροντας την ντροπή της ήττας τους, τον φόνευσαν διά λιθοβολισμού, ενώ εκείνος προσευχόταν υπέρ αυτών με τα λόγια: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις την αμαρτία αυτήν». Επειδή λοιπόν ο θείος πρωτομάρτυρας, με τη θεωρηθείσα πτώση του, κατέβαλε τον αντίπαλο, ρίχνοντάς τον κάτω σαν πτώμα, και αναπαύτηκε τον γλυκό ύπνο, τότε άνδρες ευλαβείς μάζεψαν το ιερό σκήνωμά του σε μία θήκη φτιαγμένη από κάποιο φυτό, κι αφού το ασφάλισαν πολύ καλά, το κατέθεσαν στα πλάγια του Ναού. Ο δε Νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο υιός του Αβελβούς πίστεψαν στον Χριστό και βαπτίστηκαν από τους αποστόλους. Τελείται δε η σύναξή του στο μαρτυρείο του πλησίον των Κωνσταντιανών». Ο υμνογράφος του αγίου, Ιωάννης ο μοναχός, αναφέρεται σε όλη την αγιασμένη διαδρομή της ζωής του Στεφάνου. Και στο γεγονός ότι ήδη από τη στιγμή που έγινε χριστιανός υπήρξε «ανήρ πλήρης πνεύματος και δυνάμεως», και στο γεγονός ότι εκλέχτηκε από τον λαό και χειροτονήθηκε από τους αποστόλους ως βοηθός αυτών: στη διακονία των τραπεζών αλλά και στο κήρυγμα, και στο γεγονός της συλλήψεώς του, της απολογίας του, της θεοπτικής εμπειρίας του, του χαρισματικού μαρτυρίου του. Εκείνο που ιδιαιτέρως προβάλλει ο υμνογράφος του είναι ο τρόπος με τον οποίο έφυγε από τη ζωή αυτή: διά λιθοβολισμού – ένας συνηθισμένος τρόπος των Ιουδαίων για εκείνους που θεωρούνταν ότι βλασφημούσαν την πίστη τους. Κι ως εξαίσιος ποιητής δεν μένει σε ό,τι επισημαίνουν μόνον οι αισθήσεις: το πέταγμα των λίθων, αλλά αποκαλύπτει και τη μη αισθητή πλευρά: Πρώτον, ότι οι λίθοι που έριχναν εναντίον του οι Ιουδαίοι γίνονταν την ίδια ώρα τα σκαλοπάτια ανόδου του στη Βασιλεία του Θεού («οι λίθοι που σαν νιφάδες έπεφταν εναντίον σου, σου έγιναν σκαλοπάτια και σκάλες για την ουράνια άνοδό σου. Αυτά τα σκαλοπάτια ανεβαίνοντας είδες τον Κύριο να στέκεται στα δεξιά του Πατέρα»)∙ Δεύτερον, ότι «οι λίθοι αυτοί έγιναν ο διάκοσμος του Στεφάνου, όπως στολίζεται κανείς με ποικίλα και ωραία λουλούδια, και έτσι στολισμένος πήγε ενώπιον του ζωοδότη Χριστού». Και πέραν τούτων, τρίτον, ο λιθοβολισμός του συνιστά το στεφάνι που του έθεσαν οι φονευτές του, όταν εκείνος τους είχε «λιθοβολίσει» με τις νιφάδες των θεοπνεύστων λόγων του («ο Πρωτομάρτυρας κτύπησε τους άθλιους φονευτές του με τις νιφάδες του θεηγόρου στόματός του, γι’ αυτό στεφόταν σαν νικητής από αυτούς με τις νιφάδες των λίθων»). Επικεντρώνοντας ο μοναχός Ιωάννης στο μαρτυρικό τέλος του αγίου Στεφάνου δεν είναι δυνατόν να μη σταθεί στο κορυφαίο σημείο του μαρτυρίου του: τη συγχώρηση των λιθοβολιστών του, την άφεση της εχθρικής προς αυτόν ενεργείας τους. Και το μυαλό του βεβαίως πηγαίνει εκεί που πηγαίνει το μυαλό όλων μας: στον εσταυρωμένο Κύριο, ο Οποίος πάνω στον Σταυρό συγχωρεί και Αυτός τους σταυρωτές Του. «Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», είπε ο Κύριος, «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» λέει ο Στέφανος. Τα ίδια λόγια, με ελαφρά παραλλαγή, η ίδια στάση ζωής. Ο δούλος ο οποίος ακολουθεί επακριβώς τα χνάρια του Κυρίου του. «Δέσποτα Χριστέ, ο Στέφανος χρημάτισε πανάριστος μιμητής του τιμίου πάθους σου, και αντιδρά απέναντι στους φονευτές του με την ευλογία». «Ω η μακάρια φωνή, που βγήκε από το στόμα σου, Στέφανε: Μη καταλογίσεις, φωνάζοντας, Δέσποτα Χριστέ, στους φονευτές την άγνοιά τους. Αλλά σαν Θεός και Δημιουργός, δέξου το πνεύμα μου, σαν ευωδέστατο θύμα». Κι είναι ευνόητο ότι η στάση του αγίου Στεφάνου, να στέκεται δηλαδή κανείς με αγάπη απέναντι και προς τους εχθρούς, δεν είναι μία επιλογή μόνο δική του, σαν ένα είδος εξαίρεσης. Συνιστά την εντολή του Κυρίου, σύμφωνα με τα λόγια και την ίδια τη ζωή Του, που αφορά όλους μας. Αν δηλαδή δεν συγχωρούμε εκ καρδίας όλους εκείνους που μας βλάπτουν και μας αδικούν, έστω κι αν φαίνεται ότι έχουμε χίλια δίκια, δεν μπορούμε να ανήκουμε στον Χριστό. Το αποδεικτικό στοιχείο ότι είμαστε Εκείνου, ότι Εκείνος κατοικεί μέσα μας, ότι Εκείνος θα μας δεχθεί χαίρων στη Βασιλεία Του, ευλογώντας την εκεί παρουσία μας, είναι η χωρίς όρια αγάπη μας προς όλους και η άφεση των αμαρτιών των συνανθρώπων μας. Χωρίς την ανεξικακία αυτή, η οποία τίθεται σε ενέργεια με τη δύναμη ασφαλώς του ίδιου του Κυρίου, δεν βλέπουμε πρόσωπο Θεού, κι ακόμη χειρότερα: ευρισκόμαστε υπό την κυριαρχία του πονηρού διαβόλου. Μακάρι το τέλος της ζωής μας, δηλαδή δυνητικά η κάθε στιγμή μας, να μας βρει σε αυτή τη συγχώρηση. Σημαίνει ότι το Πνεύμα του Θεού θα μας συνοδεύει αιωνίως. π.Γεώργιος Δορμπαράκης