Ὅταν ἡ ἐκκλησία ἐκφράζει τὴν ἀντίθεσή της γιὰ κάποιο νομοσχέδιο, ποὺ ἑτοιμάζει ἡ κυβέρνηση καὶ ἔρχεται σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴ διδασκαλία της, ἐμφανίζεται ὁ κυβερνητικὸς ἐκπρόσωπος, ὡς πυροσβέστης, καὶ δηλώνει: «Ἡ κυβέρνηση σέβεται τὴν ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως ἡ κυβέρνηση νομοθετεῖ καὶ ὄχι ἡ Ἐκκλησία». Καὶ διερωτᾶται ὁ ἁπλὸς πολίτης: «Ὅταν ἡ κυβέρνηση ψηφίζει τὸν ἀντιχριστιανικὸ νόμο, ποῦ πηγαίνει ὁ σεβασμός της πρὸς τὴν Ἐκκλησία;». Προφανῶς δὲν ὑπάρχει σεβασμός. Μπορεῖ νὰ ἀκούγεται στὰ λόγια της, ἀλλὰ μὲ τὶς πράξεις της τὸν ἀρνεῖται καὶ ἐμφανίζεται... ἀσεβὴς πέρα γιὰ πέρα. Αὐτὸ συμβαίνει διαχρονικά. Οἱ πολιτικοί μας στὴν πλειονότητά τους δὲν ἔχουν ὀρθόδοξο κριτήριο, γι’ αὐτὸ καὶ μεγάλα ἁμαρτήματα τὰ χαρακτηρίζουν «δικαιώματα» καὶ μὲ νόμους τὰ προστατεύουν (πολιτικὸς γάμος, σύμφωνο συμβίωσης, ἐλεύθερες συμβιώσεις, ἐκτρώσεις, γάμος ὁμοφυλοφίλων κ.ἄ.). Τὴν Ἐκκλησία τὴ χρησιμοποιοῦν σὰν μία ψηλὴ ἐξέδρα κοσμικῆς προβολῆς καὶ ὄχι ὡς τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ. Στοὺς ναοὺς ἐμφανίζονται ἐπιλεκτικά, στὶς δοξολογίες, τὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ γιὰ κοινωνικοὺς λόγους στὶς νεκρώσιμες ἀκολουθίες. Εἰσέρχονται στοὺς ἱ. ναοὺς χωρὶς νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους, ἤ, ἂν τὸν κάνουν, δὲν εἶναι σταυρός, ἀλλὰ μία ἀδέξια καὶ διστακτικὴ κίνηση τοῦ χεριοῦ τους. Ἰδιαίτερα προκλητικὴ εἶναι ἡ παρουσία τους στὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, ποὺ κρατοῦν ἀναμμένες λαμπάδες καὶ στὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων τὰ Θεοφάνεια, ὅπου κάνουν δηλώσεις καὶ μιλοῦν γιὰ τὸ φωτισμὸ τοῦ λαοῦ, οἱ ὄντως ἀφώτιστοι καὶ φανατικοὶ σκοταδιστές! Οἱ ἴδιοι μᾶς «φωτίζουν» μὲ τὶς πολιτικὲς τους ἰδέες καὶ τοὺς νόους τους καὶ στὴν πραγματικότητα προκαλοῦν τὸ «δημοκρατικὸ» σκοτάδι, ὅπου λείπει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ ἔχει ἐπιφυλάξεις ἀπέναντι στὰ ὅσα δηλώνουν οἱ πολιτικοὶ σχετικὰ μὲ τὸ ρόλο της στὴν κοινωνία καὶ νὰ διατυπώνει μὲ παρρησία τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀποφεύγοντας τὴ μετριοπάθεια σὲ γνωστὰ θέματα τῆς πίστης, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται καμιὰ ἀλλαγή. Ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἀντιμετώπιση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ σημαίνει κατάργησή τους καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς πολλῶν ἀρχιερέων πρὸς τοὺς πολιτικούς, ποὺ νομοθετοῦν ἀντιχριστιανικά, ὅτι θὰ μελετήσουν τὰ σχετικὰ θέματα καὶ θὰ ἀποφασίσουν – τὴν ὥρα ποὺ καὶ ὁ τελευταῖος χριστιανὸς γνωρίζει ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὰ εἶναι ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας – εἶναι ἀπαράδεκτος. Δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχει στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες τῆς ἐποχῆς μας ἡ παρρησία καὶ ἡ τόλμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Τοὺς χαρακτηρίζει ἡ μετριοπάθεια, ὁ συμβιβασμὸς μὲ τὸν κόσμο, ἡ μερικὴ ἀποδοχὴ τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴ μέθοδο τῆς «ποιμαντικῆς ἀγάπης», ἀλλὰ καὶ τῆς «διακριτικῆς» σιωπῆς. Λησμονοῦν, ἀλλοίμονο, οἱ πνευματικοὶ πατέρες ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἁμαρτίας εἶναι μία νέα ἁμαρτία ἐκ μέρους τους, ἀφοῦ ἡ συγχώρηση εἶναι ἀδύνατη, ὅταν συνεχίζεται ἡ ἁμαρτία. Οἱ πολιτικοὶ εἶναι ἐφήμεροι διαχειριστὲς τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἐνῷ οἱ ἀρχιερεῖς εἶναι μόνιμοι καὶ ἰσόβιοι διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι κάλαμοι ὑπὸ διαφόρων ἀνέμων σαλευόμενοι. Εἶναι ἱερό τους καθῆκον νὰ ὑπερασπίζονται τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ διαφυλάττουν τὴν ἀκεραιότητα τῶν ἐντολῶν, ἀποφεύγοντας τὶς βαθιὲς «θεολογικὲς» ἀναλύσεις, ποὺ οὐσιαστικὰ τὶς καταργοῦν.
Στὸν 48ο Ψαλμὸ τονίζεται ἡ μεγάλη τιμὴ μὲ τὴν ὁποία ὁ Δημιουργὸς περιέβαλε τὸ λογικό Του δημιούργημα, τὸν ἄνθρωπο, καὶ ταυτόχρονα διατυπώνεται θρῆνος γιὰ τὸν ξεπεσμό του. Ἀναφωνεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς στὸν τελευταῖο στίχο τοῦ Ψαλμοῦ: «Καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλ. μη΄ [48] 21). Ὤ! τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο! Ἐνῶ εἶχε τιμὴ καὶ ἀξία, ἀφοῦ φέρει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα του, δὲν τὸ κατενόησε. Ἐξισώθηκε πρὸς τὰ ἀνόητα καὶ ἄλογα κτήνη καὶ ἔγινε ὅμοιος μὲ αὐτά! Δὲν εἶναι τυχαῖο πλάσμα ὁ ἄνθρωπος. Σὲ κανένα ἄλλο δημιούργημα δὲν δόθηκε τὸ λογικό, ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ αἰωνιότητα. Σὲ κανένα δημιούργημα δὲν δόθηκε ἡ ἐξουσία καὶ ἡ κυριότητα σ’ ὅλη τὴν κτίση. Εἶναι λίγο κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους λόγῳ τῆς σχέσεως ποὺ ἔχει μὲ τὸ γήινο σῶμα του. Ὡστόσο κανένα δημιούργημα δὲν λέγεται «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου». Κανένα δημιούργημα δὲν ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς προσευχῆς, κανένα δὲν ἀπήλαυσε ἀποκαλύψεις. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔχουν σταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ Προφῆτες, ἀκόμη καὶ Ἄγγελοι! Γι’ αὐτὸν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, ἐσταυρώθη, ἐτάφη καὶ ἀνεστήθη! Γιὰ τὸν θεόπλαστο ἄνθρωπο ἐδόθη ὁ νόμος, πρὸς χάριν του ἔγινε ὁ παράδεισος, ὅπου ὁ Θεὸς τοῦ ἑτοιμάζει ἀγαθὰ ἀμέτρητα καὶ αἰώνια. Ἐνῶ ὅμως ὁ δημιουργὸς Θεὸς τὸν ἐτίμησε τόσο πολύ, ὁ ἴδιος ἀντὶ ν’ ἀκολουθεῖ τὸν Πλάστη του, ποὺ τοῦ ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὸν κάνει «θεὸν κατὰ χάριν», γίνεται δοῦλος στὰ πάθη, ἐξισώνεται πρὸς τὰ ἀνόητα καὶ ἄλογα κτήνη καὶ γίνεται ὅμοιος μὲ αὐτά. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν κακία του, μεταμορφώνεται σὲ ἄγριο θηρίο, γίνεται «ἵππος θηλυμανής, ἢ λύκος ἁρπακτικός, ἢ ὄφις, ἢ γέννημα ἐχιδνῶν», ἢ κάτι ἄλλο «παραπλήσιον» μὲ αὐτά 1. Ὁ ἄνθρωπος δουλώθηκε στὰ πάθη τῆς σαρκός, λέει ὁ προφήτης Ἱερεμίας (βλ. Ἱερ. ε΄ 8). Κατάντησε λύκος ἁρπακτικὸς ποὺ ἐνεδρεύει νὰ ἁρπάξει τὰ ξένα πράγματα χύνοντας αἵματα (βλ. Ἰεζ. κβ΄ [22] 27). Ἐξαιτίας τῆς δολιότητος καὶ τῆς ἐνεδρευτικῆς ἀπάτης κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, συμπεριφέρεται σὰν πονηρὴ καὶ κακούργα ἀλεπού (βλ. Ἰεζ. ιγ΄ [13] 4· πρβλ. Λουκ. ιγ΄ [13] 32). Λόγῳ τῆς ἁμαρτωλότητός τους οἱ ἄνθρωποι ἀνταλλάσσουν τὰ οὐράνια ἀγαθὰ μὲ τὰ γήινα. Ἀρνοῦνται τὴ μεγάλη εὐγένειά τους καὶ παραδίδονται στὰ πάθη τῶν ἀλόγων ζώων. Παράλληλα γίνονται φιλοχρήματοι, λάτρεις τοῦ Μαμωνᾶ, κενόδοξοι. Ματαιοπονοῦν οἱ δυστυχεῖς, κάνουν πράγματα ἐντελῶς ἀντίθετα πρὸς τὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία τους. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ψαλμικοῦ στίχου· «καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε· παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς», λέει: Ἐδῶ λοιπὸν μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ προφήτης θρηνεῖ, διότι τὸ λογικὸ ζῶο (ὁ ἄνθρωπος), στὸ ὁποῖο παραδόθηκε καὶ ἡ ἐπίγεια βασιλεία, ἐξέκλινε πρὸς τὴν ποταπότητα καὶ μικροπρέπεια τῶν ἀλόγων ζώων, καταγινόμενο μὲ μάταιους κόπους, κάνοντας πράγματα ἀντίθετα πρὸς τὴ σωτηρία του, ἐπιδιώκοντας τὴν κενοδοξία, ὑποχωρώντας στὴν πλεονεξία καὶ κοπιάζοντας ἀσταμάτητα. Διότι τιμὴ καὶ δόξα τοῦ ἀνθρώπου, συνεχίζει, εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἀποκτήσει τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, τὸ νὰ κάνει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ θὰ τὸν φέρουν πρὸς ἐκείνη τὴ ζωὴ καὶ νὰ περιφρονεῖ τὰ πράγματα τῆς παρούσης ζωῆς. Διότι ἡ μὲν ζωὴ τῶν ἀλόγων ζώων περιορίζεται μόνο στὴν παρούσα ζωή, ἐνῶ ἡ δική μας βαδίζει πρὸς ἄλλη καλύτερη καὶ ἀτελείωτη. Ὅμως αὐτοὶ ποὺ δὲν γνωρίζουν τίποτε, εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα· καὶ ὄχι μόνο αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν διεφθαρμένη ζωή, γινόμενοι φίδια καὶ σκορπιοὶ καὶ λύκοι μὲ τὴν κακία τους, βόδια μὲ τὴν ἀνοησία τους καὶ σκύλοι μὲ τὴν ἀδιαντροπιά τους 2. Αὐτὴ τὴ θλιβερὴ εἰκόνα παρουσιάζουν σήμερα πολλοὶ συνάνθρωποί μας. Δοῦλοι στὰ ποικίλα πάθη, ζώντας σὲ μιὰ κτηνώδη ἀλογία δὲν ἔχουν καθόλου συναίσθηση τῆς πρώτης δημιουργίας τους. Λησμόνησαν ἐντελῶς ὅτι πλάστηκαν «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ», καὶ ὅτι ἐμεῖς, οἱ θεόπλαστοι ἄνθρωποι, «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ [13] 14). Ὅτι «ἡμῶν τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20). Ἡ ἁμαρτία μᾶς ὑποδούλωσε τόσο πολὺ στὰ πάθη, ὥστε χάσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου ἀνθρώπου καὶ φορέσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ (βλ. Α΄ Κορ. ιε΄ [15] 49). Τόσο πολὺ σκοτιστήκαμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, τὰς πονηρὰς πράξεις», καὶ ἀποβάλαμε «τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, τὴν πολιτείαν τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»3. Ὡστόσο ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκατέλειψε. Γιὰ νὰ μὴ μείνουμε αἰχμάλωτοι στὴν ἁμαρτία καὶ στὰ πάθη μας, «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α΄ 14), καὶ ἐταπείνωσε τόσο πολὺ τὸν Ἑαυτό Του, ὥστε ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 28). Γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος: Ἂν λοιπὸν δὲν θυμᾶσαι, ὦ ἄνθρωπε, τὴν πρώτη σου ἔντιμη γέννηση, ὅμως ἀπὸ τὴν πληρωμὴ ποὺ πληρώθηκε κατόπιν γιὰ τὴ σωτηρία σου κατάλαβε τὴν ἀξία σου. Συλλογίσου τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖο δόθηκε γιὰ σένα, καὶ γνώρισε τὴ δική σου ἀξία. Ἐξαγοράστηκες μὲ τὸ ἀκριβὸ καὶ πολύτιμο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, μὴ γίνεσαι πιὰ δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Κατάλαβε καλὰ τὴν τιμὴ τοῦ ἑαυτοῦ σου, γιὰ νὰ μὴ γίνῃς ὅμοιος μὲ τὰ ἀνόητα κτήνη 4. Πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ ζωή μας, πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ κοινωνία μας, ἂν θέλαμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴ μεγάλη αὐτὴ ἀλήθεια! Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ἡ κοινωνία μας θὰ συνεχίζει νὰ ταλανίζεται ἀπὸ τὰ πολυποίκιλα πάθη, ἰδιαίτερα σήμερα μὲ τοὺς νόμους περὶ ὁμοφυλοφιλίας καὶ «συμβίωσης ὁμοφυλοφίλων» κ.ἄ. παρόμοια· ὁ δὲ «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» πλασμένος ἄνθρωπος θὰ ἀποθηριώνεται ὁλοένα καὶ περισσότερο 1. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εἰς Ψαλ. οβ΄ [72], PG 23, 845ΑΒ. 2. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ψαλ. μη΄ [48] 6, PG 55, 232. 3. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Α΄ Κορινθίους, PG 61, 363. 4. Μ. Βασιλείου, Ὁμ. εἰς Ψαλ. μη΄ [48] 8, PG 29, 452Β.
Στον τομέα της τέχνης ως έκφρασης της εμπνεύσεως του καλλιτέχνη, το κάθε εικαστικό ή λογοτεχνικό έργο, έχει τη σημαδιακή συμβολικότητά του!
Όταν η τέχνη καλείται να αποδώσει την προσωπικότητα Ηρώων, τότε καλείται να φιλοτεχνήσει με προσοχή κάθε της προσωπικότητας του Ήρωα, πτυχή!
Ο μνημειακός έφιππος ανδριάντας του Ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη όπου κοσμεί και δεσπόζει στην πλατεία Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο είναι το πρώτο έργο της νεοελληνικής γλυπτικής του καλλιτέχνη Λαζάρου Σώχου, το έτος 1894, καμωμένο συμβολικά από ορείχαλκο προερχόμενο από μπαρουτιασμένα κανόνια της Ελληνικής Επαναστάσεως, τα οποία υπήρχαν στο Κάστρο Παλαμηδίου!
Για να επιτύχει ο Σώχος να αποδώσει το πρόσωπο και το σωματότυπο του Κολοκοτρώνη, προέβη στη μελέτη, των προσώπων και του αναστήματος των εν ζωή συγγενών του, μελέτησε τα απομνημονεύματά του, την πολεμική του φορεσιά, τον οπλισμό και την ιπποσκευή του!
O Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο «Γέρος του Mοριά» παριστάνεται έφιππος να πειθαρχεί με το αριστερό χέρι το άλογό του, κουμαντάροντας τα ινία μες το χέρι του ενω με το εκτεταμένο δεξί του χέρι να δείχνει προς τα εμπρός.
Πού προς τα εμπρός και γιατί το άτι του πατεί και δεν πατεί και στα τέσσερα του ποδιά, ποιά του αρσενικού αλόγου του η συμβολικότητα;
Ο Κολοκοτρώνης διά του αγέρωχου αναστήματός του, έλκει το θαυμασμό του θεατή, καθώς ευθυτενής ιππεύει άλογο αρσενικό, ως σύμμαχο πολεμιστή στη μάχη μαζί του δοσμένο.
Το κεφάλι του Κολοκοτρώνη είναι στραμμένο προς τα αριστερά ενώ ολη η ένταση της επιβλητικής του σύνθεσης συγκεντρώνεται στο δείκτη του δεξιού χεριού, που είναι τεντωμένος ευθεία, μπροστά. Το κεφάλι στρέφεται στους άλλους αγωνιστές, τους δείχνει το στόχο που πρώτος έχει αντιληφθεί, τους δείχνει ως επιβλητικός Στρατηγός πού έχει εντοπίσει τον εχθρό και προς τα πού οι αγωνιστές να στοχεύσουν και πού έως σήμερα το βλέμμα στραμμένο να έχουμε προς της Κωνσταντινούπολης την απελευθέρωση και ευρύτερα την πολυπόθητη Ελευθερία!
Η Παλιούρα Μίρκα, στο άρθρο της στο περιοδικό:
«Το λεύκωμα του ‘21»,
Έκδοση: Ελεύθερος Τύπος, περιγράφει ως εξής:
«Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται με μακριά μαλλιά που πέφτουν κυματιστά στους ώμους του και με μακρύ παχύ μουστάκι. Φορά πλούσια φουστανέλα, φαρδυμάνικη πουκαμίσα, φαρδύ ζωνάρι με τα άρματά του, μεγάλο τοξωτό σπαθί που κρέμεται αριστερά. Κάθεται σε στολισμένη σέλα, πατά σε αναβολείς και φορά σπιρούνια. Τα λουριά της σέλας και τα ηνία στο κεφάλι του αλόγου είναι στολισμένα με φούντες. Ο Κολοκοτρώνης φορά επίσης μια εντυπωσιακή αρχαιοπρεπή περικεφαλαία.
Η επιλογή του Σώχου να παραστήσει τον Κολοκοτρώνη έφιππο δεν έγινε απλά, για να προσδώσει κύρος και μεγαλοπρέπεια. Το άλογο το χρησιμοποιούσε καθημερινά ο Κολοκοτρώνης. Ήταν βασικό στοιχείο γρήγορης μετακίνησης και αιφνιδιασμού στον ανταρτοπόλεμο, που κυρίως διεξήγαγε νικηφόρα απέναντι σε έναν πολυάριθμο εχθρικό στρατό. Το μεγαλόσωμο άλογό του έχει ακριβώς την ίδια στάση, την ίδια θέληση, την ίδια αποφασιστική ορμή με τον ιππέα του. Έχει περήφανα όρθιο τον λαιμό του και προβάλλει το μέτωπο επιθετικά. Έχει σηκωμένο το αριστερό μπροστινό πόδι του σε ελαφρύ βηματισμό και ανασηκωμένο το πίσω δεξιό. Δεν πατά και με τα τέσσερα πόδια του σταθερά και ήρεμα στη γη. Τα υψωμένα πόδια δεν δείχνουν μόνο κίνηση και ανησυχία. Από ορισμένους αυτή η κίνηση θεωρείται συμβολισμός της σχέσης του αναβάτη με τον ηρωισμό και τον ένδοξο θάνατο στη μάχη. Συνθετικά ο κάθετος άξονας του κεφαλιού του αλόγου δένει αρμονικά με τα δύο κάθετα σίγουρα πόδια και έρχεται σε αντίθεση με τη γεμάτη δύναμη καμπύλη του λαιμού, αλλά και τις μυώδεις καμπύλες της ράχης, του λαιμού και της κοιλιάς του αλόγου, ιδίως όταν παρατηρούμε το άλογο από το πλάι.
Η στάση του αλόγου του Κολοκοτρώνη θεωρείται περίεργη, γιατί στη διεθνή γλυπτική γλώσσα είναι γνωστό ότι, εάν το άλογο του έφιππου ατόμου έχει και τα δυο μπροστινά του πόδια στον αέρα, σημαίνει πως αυτό το άτομο πέθανε στη μάχη. Εάν το άλογο πατά στη γη το ένα του μπροστινό πόδι και έχει το άλλο πόδι στον αέρα, τότε αυτός πέθανε αργότερα, από τραύματα που υπέστη κατά τη διάρκεια των μαχών. Εάν το άλογο έχει και τα τέσσερα πόδια στη γη, τότε το άτομο αυτό απεβίωσε από φυσικό θάνατο. Κι όμως το άλογο του έφιππου Κολοκοτρώνη έχει το ένα του πόδι στον αέρα, αν και είναι γνωστό πως ο Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από τραύματα της μάχης, αλλά στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη μετά το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου Κωνσταντίνου»
«Έφιππος χωρεί γενναίε Στρατηγέ ανά τους αιώνας διδάσκων τους λαούς πώς οι δούλοι γίνονται Ελεύθεροι»
«...Πώς οι δούλοι γίνονται Ελεύθεροι;»
Υπέροχη η συνέντευξη της ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου στο ερώτημα του InsideStory: "Ποια είναι τα 10 πράγματα που θα έπρεπε οπωσδήποτε να πει σε κάποιον που δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα για την ελληνική επανάσταση";
1. Οι Έλληνες δεν ήταν οι πρώτοι που επαναστάτησαν ενάντια στους Οθωμανούς
Η Ελληνική Επανάσταση, που ξεκίνησε το 1821 και τελείωσε το 1830 με την αναγνώριση εθνικού ανεξάρτητου κράτους με το όνομα Ελλάς, είναι η δεύτερη στα Βαλκάνια. Την πρώτη την έκαναν οι Σέρβοι το 1804. Είχαν αρχηγό τους τον Γεώργιο Πέτροβιτς Καραγκεόργεβιτς, τον Καραγιώργη της Σερβίας, τον οποίον τιμούμε με δρόμο στην πρωτεύουσά μας επειδή υπήρξε σημαντική προσωπικότητα που έπαιξε ρόλο και στα ελληνικά πράγματα. Η σερβική επανάσταση ήταν μακρόσυρτη, ολοκληρώθηκε το 1830, αλλά με αυτονομία. Δηλαδή προέκυψε ένα αυτόνομο κράτος και όχι ανεξάρτητο, όπως αργότερα το ελληνικό.
Η επανάστασή τους δεν έμοιαζε πολύ με τη δική μας, διότι αυτών ξεκίνησε ως εξέγερση και εξελίχθηκε σε επανάσταση. Κατά την έκρηξη, δηλαδή, των γεγονότων, δεν είχαν εθνικό διακύβευμα στον νου τους, καθώς ξεκίνησαν διαμαρτυρόμενοι για την αθέτηση προνομίων που τους είχε παραχωρήσει η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τελικά η διαμαρτυρία έγινε επανάσταση. Αντίθετα, η ελληνική ξεκίνησε προετοιμασμένη ως τέτοια.
Τέλος η σερβική συνέβη μέσα στους ναπολεόντειους πολέμους, ενώ η ελληνική μετά τους ναπολεόντειους πολέμους. Έχει σημασία αυτό, μια και το συνολικό σκηνικό ήταν διαφορετικό στις δύο περιπτώσεις.
2. Η Ελλάδα ήταν το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος στην ανατολική Μεσόγειο
Η Ελλάδα υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο εθνικό κράτος που δημιουργήθηκε αποκοπτόμενο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτό ήταν μεγάλη τομή, αν σκεφθεί κανείς ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία επί αιώνες ήταν νικηφόρα, κι αν έχανε εδάφη ─που έχανε δύσκολα─ ήταν προς όφελος μιας άλλη χώρας, που έπαιρνε τις περιοχές. Και τώρα έρχεται ένα τμήμα της –όχι μεγάλο βέβαια, διότι ήταν μικρά τα σύνορα του πρώτου ελληνικού κράτους– και γίνεται ανεξάρτητο κράτος. Αυτό το γεγονός επηρέασε τις εξελίξεις διότι οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι θεώρησαν το ελληνικό παράδειγμα πρότυπο για την δική τους εθνική πορεία κατά το δεύτερο μισό του 19ου και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Ο 19ος αιώνας ονομάζεται «ο αιώνας του εθνισμού», της τάσης των λαών να αποκοπούν από τις αυτοκρατορίες και να δημιουργήσουν δικά τους ανεξάρτητα κράτη. Σε αυτό οι Έλληνες είναι μπροστά παγκοσμίως, καθώς στην ίδια περίπου εποχή, με αρχηγούς άτομα σαν τον Σιμόν Μπολιβάρ, επαναστατικά γεγονότα γίνονται και στη Λατινική Αμερική, ενάντια στους Ισπανούς, και διαμορφώνονται τα σημερινά εθνικά κράτη στην εκεί περιοχή.
3. Κύρια αιτία της ελληνικής πρωτοπορίας: η παιδεία
Καίριος λόγος για το γεγονός ότι οι Έλληνες προηγήθηκαν ως προς την εθνική τους επανάσταση είναι ότι είχαν την πιο διαδεδομένη και σημαντική παιδεία στα Βαλκάνια, και μία γλώσσα με θαυμαστά χαρακτηριστικά πλούτου και διάρκειας. Η ελληνική γλώσσα, η κινεζική και η χίντι των Ινδών είναι οι μοναδικές ζώσες γλώσσες ανάμεσα στις περισσότερες από τις σημερινές περίπου 6.000 γλώσσες της γης, που την πορεία τους παρακολουθεί κανείς γραπτά επί σχεδόν 4.000 χρόνια. Υπήρξε δε, και ακόμα είναι, η γλώσσα της Ορθοδοξίας. Ξεκίνησε ως γλώσσα ολόκληρου του Χριστιανισμού και παρέμεινε για πολλούς αιώνες η κύρια γλώσσα της Ορθοδοξίας, γι’ αυτό και οι Ορθόδοξοι, ανεξαρτήτως καταγωγής, λέγονται παγκοσμίως Greek Orthodox, μια και τα τέσσερα πατριαρχεία της Ανατολής μιλούσαν ελληνικά – και ακόμα μιλούν, εκτός από αυτό της Αντιοχείας που πρόσφατα υιοθέτησε τα αραβικά, Το λέω αυτό διότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν θεοκρατική, σε χώριζε ανάλογα με το θρήσκευμά σου. Εξ αυτού, το γεγονός ότι τα εκατομμύρια των Χριστιανών Ορθοδόξων των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής διοικούνταν από ελληνόφωνα Πατριαρχεία προσέθετε μεγάλο ειδικό βάρος στη σπουδαία αυτή γλώσσα. Και στην παιδεία της.
Κατά τον 17ο, 18ο και 19ον αιώνα, οι Έλληνες είχαν τα περισσότερα και καλύτερα σχολεία από κάθε άλλον Χριστιανικό Ορθόδοξο λαό στη Βαλκανική. Όχι κρυφά σχολεία, αντίθετα, ολοφάνερα, και δυναμικά. Εξ αυτού είχαν εγγράμματους, μορφωμένους και λογίους. Πίσω από το επίτευγμα αυτό, κατά τους ίδιους αιώνες, κρύβεται η επίδοσή τους στο χερσαίο και το θαλασσινό εμπόριο που τους έφερνε σε επαφή με Δύση και με Ανατολή, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή τους, την ώρα που έφερνε γνώσεις και εμπειρίες, στον καιρό του εθνισμού.
4. Επαναστατήσαμε λόγω υπεροχής
Αυτό που συνήθως λέγεται είναι πως οι Έλληνες ξεκίνησαν το 1821 την επανάστασή τους απελπισμένοι από τα 400 χρόνια σκλαβιάς. Τούτο φυσικά ισχύει, αλλά παράλληλα ίσχυαν και άλλες πραγματικότητες. Αυτές υπογραμμίζει και ο Σπυρίδωνας Τρικούπης, ο πατέρας του Χαριλάου Τρικούπη, ο οποίος ήταν στέλεχος της Επανάστασης του 1821, λόγιος από το Μεσολόγγι, που όταν τελείωσε η Επανάσταση συνέγραψε την Ιστορία της. Στο προοίμιο του πολύτιμου αυτού έργου του ο Τρικούπης, αναφερόμενος στα αίτια της Επανάστασης, τα τοποθετεί στο γεγονός ότι οι Έλληνες, παρότι «δεσποζόμενοι», υπερείχαν και προόδευαν, ενώ οι Τούρκοι, παρότι «δεσπόζοντες» παρέμεναν στάσιμοι. Στο γεγονός δηλαδή ότι οι Έλληνες είχαν αποκτήσει αυτοπεποίθηση λόγω των επιδόσεών τους στα γράμματα, στο εμπόριο κ.λπ. και εξ αυτού αισθάνθηκαν ότι ήρθε ή ώρα να κάνουν την Επανάσταση. Ότι μπορούσαν να κάνουν την Επανάσταση. Και ότι είχαν πιθανότητες να τα βγάλουν επιτυχώς πέρα.
5. Ο Φιλελληνισμός και η σύνδεση της Επανάστασης με τη Δύση
Ο Φιλελληνισμός που εκδηλώθηκε κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο, μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία. Κανένας λαός δεν θα μπορούσε, σε τέτοια κρίσιμη ώρα, να έχει το προνόμιο που είχαν οι Έλληνες, οι οποίοι ήσαν γνωστοί χάρη στους προγόνους τους, που οι λαοί της Ευρώπης από τον 14ο ήδη αιώνα θαύμαζαν και μελετούσαν. Ο αγώνας των Σέρβων για παράδειγμα, δεν προξένησε τέτοιο κίνημα, γιατί οι Σέρβοι ήταν σχεδόν άγνωστοι για τους Ευρωπαίους. Αντίθετα, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί, όταν πληροφορήθηκαν τον Αγώνα των Ελλήνων, συγκινήθηκαν βαθιά νιώθοντας ότι τους αφορούσε, μια και οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούνταν από τον δυτικό κόσμο η βάση των ιδεών και του πολιτισμού του. Το γεγονός ότι όσο πιο μορφωμένος –άρα, κατά κανόνα, και κοινωνικά πιο ισχυρός και πιο ευκατάστατος– τόσο πιο ελληνομαθής, είχε σημασία στα πράγματα γιατί ισχυρά άτομα στάθηκαν στο πλευρό των Ελλήνων σε πολλές κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής την εποχή αυτή. Αυτό έκανε τη διαφορά στην Ελληνική Επανάσταση μια και, από ένα σημείο και πέρα, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία στάθηκαν υπέρ των Ελλήνων και αποφάσισαν πως θα δημιουργηθεί ένα ελληνικό κράτος που θα είναι ανεξάρτητο. Κάτι που δεν έζησαν οι Σέρβοι, με αποτέλεσμα να γίνουν ανεξάρτητοι πολύ αργότερα, προς το τέλος του 19ου αιώνα, αρχές του 20ού.
Ο Φιλελληνισμός είχε δύο σκέλη: αυτούς που ήρθαν να πολεμήσουν δίπλα στους Έλληνες και αυτούς που δρούσαν υπέρ των Ελλήνων από τις πατρίδες τους, οργανωμένοι σε φιλελληνικές επιτροπές (κομιτάτα). Μέχρι και 1.200 άτομα ήρθαν από τη Δύση για να πολεμήσουν μαζί με τους Έλληνες – οι περισσότεροι Γερμανοί. Από αυτά τα 1.200 άτομα, περίπου 350 σκοτώθηκαν ή πέθαναν στην Ελλάδα – και πάλι οι περισσότεροι Γερμανοί(...)
6. Το λαϊκό αίσθημα ήταν φιλορωσικό, όχι φιλοδυτικό
Η σύνδεσή μας με την Αγγλία κατά την Επανάσταση του 1821 είναι εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της νεότερης Ιστορίας μας, γιατί ερμηνεύει και μία εθνική σχιζοφρένεια που ακόμη μάς συνοδεύει, μετά από 200 χρόνια ζωής. Το γεγονός δηλαδή ότι από το ’21 συνδεθήκαμε με τη Δύση, ενώ ο μέσος Έλληνας ήταν –και σε έναν βαθμό εξακολουθεί να είναι– κατά βάση φιλορώσος και αντιδυτικός. Την ίδια στιγμή όμως ήθελε να θεωρείται δυτικός, αφενός για να προστατεύεται από την ισχυρή Δύση και αφετέρου για να συγκαταλέγεται στους ισχυρούς, πρωτοπόρους, και επιτυχημένους του σύγχρονου κόσμου.
7. Η εχθρότητα «πολιτικών»-«στρατιωτικών»
Eπί 200 χρόνια υπηρετούμε ως κοινωνία ένα σχήμα που δημιουργήθηκε στην Επανάσταση: αυτό της εχθρότητας μεταξύ «πολιτικών» και «στρατιωτικών». Την επεξεργασία αυτής της πόλωσης ανέλαβαν αργότερα, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, κατά κύριο λόγο αριστερής κατεύθυνσης συγγραφείς, σαν τον Γιάννη Κορδάτο, οι οποίοι εξήγησαν ότι οι «κακοί πολιτικοί» πήραν στα χέρια τους την επανάσταση και αδίκησαν τους «καλούς στρατιωτικούς». Και αυτό είναι το αφήγημα που έχει περάσει για την Επανάσταση του '21. Αν ρωτήσει κανείς τον μέσο Έλληνα ποιος ήταν ο καλός της επανάστασης, θα πει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ποιος ήταν ο κακός, θα πει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Η αντίληψη αυτή πρώτα πρώτα βασίζεται σε κάτι πραγματικό: ότι κατά την επανάσταση, υπήρξε σύγκρουση μεταξύ «πολιτικών» και «στρατιωτικών». Έπειτα, στην επανάσταση την ίδια, ο μέσος απλός άνθρωπος καταλάβαινε περισσότερο τον Κολοκοτρώνη και τη στάση του, παρά τον Μαυροκορδάτο, μια και ο δεύτερος ήταν ένας Ευρωπαίος πολιτικός ενώ ο Κολοκοτρώνης ένας δικός του άνθρωπος, σαν τον ίδιο.
Όμως στο γεγονός ότι γίναμε ανεξάρτητο κράτος μεγάλο ρόλο έπαιξαν τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι πολιτικοί. Ανάμεσα στα άλλα, οι «πολιτικοί» κράτησαν και το διπλωματικό σκέλος των πραγμάτων του Αγώνα. Αν δεν ήταν αυτοί, πιθανά θα είχαμε γίνει αυτόνομο κράτος, όχι ανεξάρτητο. Θα ανήκαμε, δηλαδή, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα της πληρώναμε φόρους, στα εσωτερικά μας θα είχαμε ευρείες ελευθερίες, δεν θα είχαμε δικό μας στρατό ούτε δική μας εξωτερική πολιτική.
Γενικά, η Επανάσταση του 1821 ιδεολογικοποιήθηκε πολύ τα 200 χρόνια που κύλησαν. Όλες οι πολιτικές πλευρές τη διεκδίκησαν ως δική τους και, φυσικά, το ίδιο έκανε η Εκκλησία.
8. Οι εμφύλιοι πόλεμοι
Βασικό χαρακτηριστικό της Επανάστασης του '21 είναι και οι μεγάλης κλίμακας εσωτερικές συγκρούσεις, που πήραν τον χαρακτήρα εμφυλίου. Στην ουσία, όλο το 1824 ήταν χρονιά εμφυλίου πολέμου. Αυτό που οδήγησε την επανάσταση σε δύο κύκλους εμφυλίων ήταν η επιδίωξη του Θ. Κολοκοτρώνη να την ελέγξει πολιτικά. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι ηττήθηκαν, γι’ αυτό και φυλακίστηκαν από τους αντιπάλους τους το 1825 στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα.
Ο Κολοκοτρώνης μπήκε στη διαδικασία διεκδίκησης της εξουσίας εκ μέρους των «στρατιωτικών» στηριγμένος στο γεγονός ότι είχε νικήσει, το καλοκαίρι του 1822, τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, κάτι που εκτίναξε το κύρος και τη δύναμη του ίδιου, αλλά και των «στρατιωτικών» απέναντι στους «πολιτικούς». Με τις κινήσεις του να ελέγξει την Εθνοσυνέλευση του Άστρους, κατηγορήθηκε ότι επεδίωκε να εγκαθιδρύσει «γκοβέρνο μιλιτάρε», δηλαδή στρατιωτική κυβέρνηση. Θα μπορούσε να είχε επιτύχει, αλλά χειρίστηκε το πράγμα αφρόνως και τελικά απέτυχε, την ίδια ώρα που ο Ιμπραήμ και οι Αιγύπτιοι έμοιαζε πως συνέτριβαν την Επανάσταση, με μεγάλο κίνδυνο να ακολουθήσει γενική σφαγή.
Εδώ έχουμε μία πραγματικότητα που αξίζει προβληματισμού: το γεγονός δηλαδή ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος πράγματι στα Δερβενάκια έσωσε την Επανάσταση, δρα μετά με τρόπο βλαπτικό για αυτήν, όπως αργότερα έπραξε και ο Μιαούλης, ο μέγιστος των Ελλήνων ναυτικών της Επανάστασης, ο οποίος, αντιπολιτευόμενος τον Καποδίστρια, έκαψε στον Πόρο τον ελληνικό στόλο το 1831.
Στην πραγματικότητα ο Εμφύλιος δεν σταμάτησε το 1825, παρά υπέβοσκε και τα επόμενα χρόνια, αναζωπυρώθηκε μετά το 1830 ως αντιπολίτευση στον Καποδίστρια, κορυφώθηκε το 1831 μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, για να πάψει το 1833 με την έλευση της Αντιβασιλείας και του ενόπλου βαυαρικού σώματος που τη συνόδευε.
9. «Ετερόχθονες» και «αυτόχθονες»
Άλλη μία πόλωση της Επανάστασης υπήρξε εκείνη μεταξύ «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων». Ετερόχθονες θεωρούνταν οι Έλληνες που ήρθαν από αλλού στα σημεία που κρατήθηκε η Επανάσταση – δηλαδή στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και σε κάποια νησιά. Αυτοί ήρθαν να πολεμήσουν, μαζί με τους αδελφούς τους, για την ελληνική υπόθεση, ωστόσο Πελοποννήσιοι και Στερεοελλαδίτες τους θεωρούσαν «ετερόχθονες», δηλαδή από άλλη χθόνα, άλλη γη, και τους αντιμετώπιζαν εχθρικά κατηγορώντας τους ότι ήρθαν ακόπως για να τους πάρουν τις δουλειές και τα αξιώματα.
Η διάσταση αυτή διατηρήθηκε επί μακρόν στην ελληνική πολιτική ζωή, μέχρι και τη δεκαετία του 1840. Πάντως, έχει ενδιαφέρον ότι στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, οι Έλληνες ψήφισαν ως πρώτο πρωθυπουργό τους έναν «ετερόχθονα», τον μεγάλης μόρφωσης και ικανοτήτων Φαναριώτη Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Το δε 1827, στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ως πρώτο Κυβερνήτη τους επέλεξαν τον επτανήσιο Ιωάννη Καποδίστρια, επίσης «ετερόχθονα», άνθρωπο εντυπωσιακών ικανοτήτων, παιδείας και ήθους.
10. Αποκοπή από το Πατριαρχείο
Μεγάλης σημασίας είναι τέλος η αποκοπή των Ελλήνων από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Τούτο, όπως και η σύνδεση των Ελλήνων με τη Δύση καθώς και τα εντυπωσιακά, δυτικού τύπου, Συντάγματα που ο Αγώνας υιοθέτησε, δικαιολογούν το γεγονός ότι ο Πόλεμος της Ελληνικής Εθνικής Ανεξαρτησίας θεωρείται Επανάσταση, μια και συνιστούν πολιτικές ανατροπές μεγάλης κλίμακας και εύρους.
Η αποκοπή της Εκκλησίας των επαναστατημένων περιοχών συνέβη αμέσως με την έκρηξη του Αγώνα, σαν να ήταν αυτονόητη, και διατηρήθηκε όλα τα χρόνια μέχρι και το 1833, οπότε το πράγμα έγινε επίσημο με την αναγνώριση το 1850 της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος – με την οποία και πορευόμαστε μέχρι σήμερα. Στη διάρκεια του Αγώνα, τα θέματα της Εκκλησίας λύνονταν από το κράτος μέσω του «Μινιστερίου της Λατρείας» και τον αντίστοιχο υπουργό, τον Μινίστρο της Λατρείας. Με τον τρόπον αυτό, η θρησκεία υπετάγη στο κράτος –στο εθνικό κράτος– κάτι που συνοδεύει τα πράγματα μέχρι σήμερα.
Οι Έλληνες στην επανάστασή τους δημιούργησαν ένα εθνικό σχήμα ελέγχου της Εκκλησίας τους. Τούτο συνέβη, στη συνέχεια, με όλα τα Χριστιανικά Ορθόδοξα κράτη της Βαλκανικής όταν απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, καθώς έσπευσαν –και αυτά– να αποκοπούν από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με δικούς τους, μάλιστα, Πατριάρχες. Στη βάση των εξελίξεων αυτών βρίσκεται το γεγονός ότι πολιτικός προϊστάμενος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ήταν επί Βυζαντίου ο αυτοκράτορας, επί δε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο σουλτάνος. Έχοντας δημιουργήσει δικό σου ανεξάρτητο εθνικό κράτος, εάν ο κλήρος σου παρέμενε διοικητικά συνδεδεμένος με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τότε, εμμέσως, ο σουλτάνος θα είχε λόγο στα δικά σου πράγματα. Και τούτο δεν επιθυμούσε κανένα βαλκανικό κράτος την ώρα της εθνικής δημιουργίας του.